ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
bigstock photo

Τα τελευταία 40 χρόνια ζούμε απελευθερωμένοι σεξουαλικά ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά στην ανθρώπινη ιστορία. Η πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες, είτε πρόκειται για το αντισυλληπτικό χάπι είτε για εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης, όπως το Grindr και το Tinder, έχουν ανοίξει έναν νέο κόσμο δυνατοτήτων. Και καθώς η σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του 1970 ωριμάζει, αλλάζουν μαζί της και οι κοινωνικές προδιαγραφές. Η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας, του διαζυγίου, του προγαμιαίου σεξ και εναλλακτικών σχέσεων όπως η πολυγαμία και η ανταλλαγή ερωτικών συντρόφων (κοινώς swinging) είναι, πλέον, γεγονός. Παρ ‘όλα αυτά, επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι οι επιδόσεις μας στο σεξ χειροτερεύουν όπως αναφέρει το protagon.gr.

Σύμφωνα με μελέτη των ερευνητών Τζιν Τουένγκε, Ράιν Σέρμαν και Μπρουκ Γουέλς, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στα Archives of Sexual Behavior, στις αρχές του 2010 οι Αμερικανοί έκαναν σεξ κατά μέσο όρο εννέα φορές λιγότερες ετησίως σε σχέση με τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Η πτώση από 62 σε 53 φορές το χρόνο αντιστοιχεί σε μείωση 15% και δεν υπήρχαν διαφορές ως προς το  φύλο, τη φυλή, την περιοχή, το μορφωτικό επίπεδο και την εργασία, ενώ η μεγαλύτερη πτώση αναφέρθηκε από παντρεμένους.

Δεν ήταν η μοναδική. Ανάλογες μελέτες δείχνουν ότι πρόκειται για μια τάση που παρατηρείται σε όλο τον κόσμο. Το 2013, η βρετανική Εθνική Έρευνα για τις Σεξουαλικές Συμπεριφορές και τον Τρόπο Ζωής (Natsal) διαπίστωσε ότι οι Βρετανοί ηλικίας 16 έως 44 ετών έκαναν σεξ λιγότερο από πέντε φορές το μήνα, πράγμα που δείχνει μια πτωτική τάση από την προηγούμενη έρευνα του 2000, που έδειχνε ότι οι άνδρες έκαναν σεξ 6,2 φορές το μήνα και οι γυναίκες 6,3 φορές.

Το 2014, η Αυστραλιανή Εθνική Έρευνα Σεξουαλικής Δραστηριότητας έδειξε ότι οι άνθρωποι με ετεροφυλοφιλικές σχέσεις έκαναν σεξ κατά μέσο όρο 1,4 φορές την εβδομάδα, ενώ ο αντίστοιχος αριθμός πριν από μια δεκαετία ήταν 1,8 φορές την εβδομάδα. Η κατάσταση είναι ίσως πιο σοβαρή στην Ιαπωνία, όπου σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία το 46% των γυναικών και το 25% των ανδρών, ηλικίας 16 έως 25 ετών, «περιφρονούν» τη σεξουαλική επαφή.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Υπάρχουν πολλά απλά συμπεράσματα, σκάβοντας, όμως, πιο βαθιά το BBC Future βρήκε ότι η κατάσταση είναι πολύ πιο περίπλοκη.

Μήπως φταίει η πορνογραφία;

Ένα πρώτο εύκολο συμπέρασμα είναι ότι φταίει η αυξημένη πρόσβαση στην τεχνολογία, ειδικά η ηλεκτρονική πορνογραφία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η online πορνογραφία είναι εθιστική, μάλιστα, κάποιοι ερευνητές προσπαθούν να χαρακτηρίσουν τον «εθισμό σεξουαλικού διαδικτύου» ως επίσημη ψυχιατρική διαταραχή. Το online πορνό, λένε, υποκαθιστά το πραγματικό σεξ, περιορίζοντας τη σεξουαλική μας επιθυμία στην κρεβατοκάμαρα.

Κατηγορούμενες είναι επίσης οι μη ρεαλιστικές εικόνες της πορνογραφίας, αφού όπως υποστηρίζουν κάποιοι ερευνητές, μπορούν να προκαλέσουν συμπτώματα όπως «σεξουαλική ανορεξία» ή «σεξουαλική δυσλειτουργία». Το 2011, μια έρευνα που έγινε ανάμεσα σε 28.000 θεατές πορνογραφικού περιεχομένου στην Ιταλία, διαπίστωσε ότι πολλοί από αυτούς αφιέρωναν «υπερβολικό» χρόνο σε πορνογραφικές ιστοσελίδες.

Ο ερευνητής Κάρλο Φορέστα υποστηρίζει, ότι οι άνθρωποι, που μπαίνουν καθημερινά σε  πορνογραφικές ιστοσελίδες, εθίζονται σε «ακόμη και πιο βίαιες εικόνες». Σύμφωνα με τη θεωρία του, ο εθισμός σε μη ρεαλιστικές πορνογραφικές εικόνες προκαλεί δυσκολίες στους άντρες. Δεν μπορούν να ερεθιστούν όταν συναντούν πραγματικές γυναίκες και μένουν «απελπισμένοι» στο υπνοδωμάτιο. Ορισμένοι ερευνητές, υποστήριξαν, ακόμη ότι υπάρχει σχέση μεταξύ ποσοστών πορνογραφίας και γάμου.

Το 2014 στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι ερευνητές Μάικλ Μάλκολμ και Τζωρτζ Νάφαλ ανέλυσαν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσαν το Διαδίκτυο 1.500 νέοι ηλικίας 18 έως 35 ετών και τις συνέπειές του στη ρομαντική τους ζωή. Τα αποτελέσματα της έρευνάς τους δημοσιεύθηκαν το 2016 στην Eastern Economic Journal και έδειξαν ισχυρή συσχέτιση μεταξύ των υψηλών επιπέδων χρήσης του διαδικτύου και των χαμηλών ποσοστών γάμου. Ο παράγοντας αυτός ήταν ακόμη πιο σημαντικός για άνδρες που έβλεπαν συστηματικά online πορνό.

Αλλά η πορνογραφία δεν είναι η μόνη υπεύθυνη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν, επίσης, κατηγορηθεί για απόσπαση της προσοχής των ανθρώπων, που παθιάζονται μπροστά σε μια οθόνη αντί να ασχοληθούν  με τη σεξουαλική τους ζωή. Θυμόσαστε που λέγαμε παλιότερα ότι η τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, μειώνει σημαντικά τη σεξουαλική δραστηριότητα του ζευγαριού; Προσθέστε τώρα το κινητό και την ταμπλέτα και αφαιρέστε σεξουαλικό χρόνο.

Υπάρχουν, όμως, σοβαροί λόγοι για να αμφισβητηθούν τα παραπάνω συμπεράσματα. Και οι απόψεις των ερευνητών, ως προς τον αντίκτυπο της πορνογραφίας στη σεξουαλική μας ζωή, είναι μοιρασμένες. Πολλοί αναφέρονται στον «διαδικτυακό σεξουαλικό εθισμό» ενώ άλλοι υπογραμμίζουν την δυνατότητα της πορνογραφίας να ενισχύει την σεξουαλική δραστηριότητα. Σύμφωνα με μια έρευνα (εξετάστηκαν 280 άντρες) που δημοσιεύτηκε το 2015 στο περιοδικό Sexual Medicine, η παρακολούθηση πορνογραφικού υλικού για τουλάχιστον 40 λεπτά τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα ενίσχυσε τη λίμπιντο των ανθρώπων και την επιθυμία τους να κάνουν σεξ.

Κάτι ανάλογο μπορεί να ειπωθεί και για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που σίγουρα αποσπούν την προσοχή, ταυτόχρονα, όμως, παρέχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στο «σεξ ανά πάσα στιγμή». Έρευνες έδειξαν ότι εφαρμογές όπως το Grindr και το Tinder μπορούν να επιταχύνουν τη σεξουαλική ζωή των ανθρώπων, επιτρέποντας σε σεξουαλικά ραντεβού να γίνονται νωρίτερα και πιο τακτικά. Με άλλα λόγια, η τεχνολογία επηρεάζει μεν τη σεξουαλική μας ζωή, δεν μπορεί όμως να κατηγορηθεί αποκλειστικά για την μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Αλυσοδεμένοι στο γραφείο

Παρόλα τα όνειρα των ανθρώπων να απελευθερωθούν από την εργασία, η δουλειά εισβάλλει ακόμα περισσότερο στη ζωή μας. Σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται πάρα πολλές ώρες καθημερινά. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι ένας υπάλληλος πλήρους απασχόλησης στις ΗΠΑ εργάζεται κατά μέσο όρο 47 ώρες την εβδομάδα. Ποιος έχει, λοιπόν, όρεξη για σεξ μετά από τόση δουλειά;  Λογικό ακούγεται το συμπέρασμα ότι η κόπωση και το άγχος της εργασίας μπορούν να οδηγήσουν σε πτώση της σεξουαλικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το 1998, σε έρευνα, που δημοσιεύθηκε στην Journal of Family Psychology, οι Τζάνετ Χάιντ, Τζόν Ντελαμέιτερ και ‘Ερι Χιούιτ διαπίστωσαν, ότι δεν υπήρξε μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας, της ικανοποίησης ή της επιθυμίας μεταξύ γυναικών που ήταν νοικοκυρές και γυναικών που δούλευαν με πλήρες ή μειωμένο ωράριο. Επίσης, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ευρήματά τους, οι Τουένγκε, Σέρμαν και Γουέλς διαπίστωσαν ότι μια πλούσια επαγγελματική ζωή συσχετίζεται με μεγαλύτερη σεξουαλική συχνότητα.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η εργασία δεν έχει αντίκτυπο. Αποδείχτηκε ότι σημασία έχει η ποιότητα και όχι τόσο η ποσότητα της δουλειάς. Για παράδειγμα, μια κακή δουλειά μπορεί να είναι χειρότερη για την ψυχική υγεία από την ανεργία, πράγμα που επεκτείνεται και στη σεξουαλική μας ζωή. Ειδικά το άγχος είναι ο παράγοντας που ευθύνεται κυρίως για την μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας και της σεξουαλικής ευτυχίας.

Είναι γνωστό, εξάλλου ότι το άγχος έχει πολλές επιπτώσεις. Μεταξύ άλλων, αλλάζει τα επίπεδα των ορμονών, συμβάλλει στην αρνητική εικόνα του σώματος, στην αύξηση της χρήσης ναρκωτικών και αλκοόλ, μάς κάνει να αναρωτιόμαστε για τις σχέσεις μας και τους συνεργάτες μας. Όλα αυτά, όμως, σχετίζονται με τη σεξουαλική δραστηριότητα και τη σεξουαλική επιθυμία.

Για όλα φταίει η σύγχρονη ζωή

Βεβαίως, υπάρχουν πολλοί λόγοι για να σκεφτεί κανείς ότι οι αλλαγές στην ψυχική μας υγεία και την ευημερία μπορούν να βλάψουν και τη σεξουαλική μας ζωή. Οι Τουένγκε, Σέρμαν και Γουέλς απέκλεισαν τη χρήση πορνογραφίας και τις ώρες εργασίας ως αιτίες για την μείωση της σεξουαλικής δραστηριότητας. Υποστήριξαν ότι μπορεί να οφείλεται στα συνεχώς αυξανόμενα επίπεδα της δυστυχίας. Γιατί τις τελευταίες δεκαετίες, ειδικά οι δυτικές κοινωνίες πλήττονται από μια επιδημία προβλημάτων ψυχικής υγείας, κυρίως από κατάθλιψη και διαταραχές άγχους.

Και όπως συμπέραναν οι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Αδελαΐδας, Έβαν Ατλάντις και Τόμας Σάλιβαν, υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις ότι η κατάθλιψη οδηγεί σε αύξηση της σεξουαλικής δυσλειτουργίας και μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας.

Το άγχος, που έχει καταντήσει τρόπος ζωής στον σύγχρονο κόσμο, πλήττει ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές. Έρευνες στις ΗΠΑ δείχνουν ότι οι Millennials (που γεννήθηκαν μεταξύ 1980-2000) αναφέρουν λιγότερες σεξουαλικές επαφές από ό,τι είχαν στην ίδια ηλικία οι εκπρόσωποι της Generation X (γεννήθηκαν μεταξύ 1960-1980)  και οι baby boomers (γεννημένοι μεταξύ 1943-1964). Η εργασιακή ανασφάλεια, ο φόβος της κλιματικής αλλαγής και η καταστροφή των κοινόχρηστων χώρων και της κοινωνικής ζωής αποδείχτηκε ότι συνδέονται με προβλήματα ψυχικής υγείας.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να υποστηριχθεί, ότι η μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα αντανακλά τη φύση της σύγχρονης ζωής. Αυτό το φαινόμενο δεν μπορεί να εξομοιωθεί με το ένα ή το άλλο πρόβλημα, στην πραγματικότητα, όμως, είναι το αποκορύφωμα πολλών πραγμάτων, όπως τα άγχη της σύγχρονης ζωής, σε ένα μίγμα εργασίας, ανασφάλειας και τεχνολογίας.

Κάποιοι άλλοι πανηγυρίζουν θεωρώντας ότι η μειωμένη σεξουαλική δραστηριότητα είναι ένα είδος αντίδρασης στα χαλαρά σεξουαλικά ήθη της εποχής. Το σεξ, όμως είναι σημαντικό. Μάς κάνει πιο ευτυχισμένους, πιο υγιείς, ακόμη και η δουλειά φαντάζει πιο ικανοποιητική, όταν η σεξουαλική μας ζωή είναι καλή. Και το πιο σημαντικό: για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, το σεξ είναι διασκέδαση.

Γι’ αυτό και οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να βρουν τρόπους να αντιμετωπίσουν το ζήτημα. Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Περ-Έρικ Μούσκος, δημοτικός σύμβουλος στη σουηδική πόλη Οβερτορνέα, πρότεινε την παροχή μιας επιδοτούμενης ώρας κάθε εβδομάδα στους 550 εργαζόμενους στο δήμο για να κάνουν σεξ. Ο Μούσκος μίλησε για τα οφέλη του σεξ, λέγοντας ότι η πρότασή του θα μπορούσε να είναι «μια ευκαιρία για να έχουν τα ζευγάρια τον δικό τους χρόνο, να είναι μόνο ο ένας για τον άλλον».

Η Ιαπωνία, προσπαθεί επίσης, εδώ και πολύ καιρό, να αντιμετωπίσει την κατακόρυφη πτώση των γεννήσεων. Οι Ιάπωνες πληρώνονται για να κάνουν παιδιά και οι ιαπωνικές εταιρείες ενθαρρύνονται να δίνουν στους εργαζόμενους περισσότερο ελεύθερο χρόνο για να τον αφιερώνουν στην οικογένειά τους.  Ένα ανάλογο «baby bonus» παρείχε και η κυβέρνηση της Αυστραλίας σε νέους γονείς.

Αυτές οι προτάσεις, όμως, είναι απλά ασπιρίνες. Η έξτρα άδεια από τη δουλειά και τα διάφορα κυβερνητικά κίνητρα μπορεί μεν να έχουν κάποια βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, αλλά δεν λύνουν τα προβλήματα που κρύβονται πίσω από την έλλειψη της ευτυχίας και κατ’επέκταση της διάθεσης για σεξ.

Το πρόβλημα είναι πολυδιάστατο, οπότε και οι λύσεις θα πρέπει να είναι αντίστοιχες. Ο δυτικός κόσμος ταλανίζεται τα τελευταία χρόνια από μια κρίση ψυχικής υγείας. Κατ’ αρχάς, λοιπόν, χρειάζεται να αντιμετωπιστούν τα αίτια που την προκαλούν. Έτσι θα ωφεληθεί όχι μόνο η σεξουαλική ζωή, αλλά γενικότερα, η υγεία και η ευημερία των ανθρώπων. Ζητάμε πολλά;