ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Προκόπης ΠαυλόπουλοςΝέο μήνυμα προς την Άγκυρα για το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων έστειλε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, από τη Ν. Μηχανιώνα στο δήμο Θερμαϊκού.  Ο κ. Παυλόπουλος  στον χαιρετισμό του είπε πως «είναι χρέος μας να θυμόμαστε τις γενοκτονίες, όχι με τάση εκδίκησης, η εκδίκηση είναι ένα αίσθημα άγνωστο σε εμάς. Εμείς τείνουμε χείρα φιλίας προς την Τουρκία και αν θυμίζουμε αυτές τις γενοκτονίες, είναι γιατί οι πιθανότητες επανάληψης στο μέλλον, δεν έχουν δυστυχώς εξαλειφθεί. Μέσα από την ιστορική μνήμη κάνουμε το χρέος μας ως Έλληνες και ως φίλοι προς τη γείτονα Τουρκία. Ως Έλληνες αλλά και ως μέλη της Διεθνούς Κοινότητας και ως ισότιμοι Εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλουμε να μην λησμονούμε την θυσία των τραγικών θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, επιτελώντας έτσι εθνικό χρέος το οποίο πηγάζει και από τις ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων του 1994 και του 1998 αντιστοίχως. Είπε χαρακτηριστικά:

«Ευχαριστώ θερμώς για την ύψιστη τιμή την οποία μου επιφύλαξε ο ιστορικός Δήμος σας ανακηρύσσοντάς με Επίτιμο Δημότη του. Αισθάνομαι ειλικρινή και βαθειά συγκίνηση γι’ αυτή την διάκριση και σας διαβεβαιώνω -ακριβώς επειδή η απονομή της δεν αφορά το πρόσωπό μου αλλά τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας τον οποίον εκπροσωπώ κατά την διάρκεια της θητείας μου- ότι τα άφθονα διδάγματα που πηγάζουν από την ιστορική διαδρομή του Δήμου Θερμαϊκού θα μ’ εμπνέουν και θα με καθοδηγούν κατά την άσκηση των καθηκόντων μου. Επιτρέψατέ μου, στο πλαίσιο της σύντομης αντιφώνησής μου, ν’ αναδείξω ορισμένα από τα ως άνω διδάγματα, τουλάχιστον δε εκείνα τα οποία θεωρώ περισσότερο σημαντικά κι αντιπροσωπευτικά.

Πέντε χιλιάδες χρόνια τώρα η πηγή της ιστορίας του ευρύτερου πια Δήμου σας -που περιλαμβάνει τους τέως Δήμους Επανομής, Μηχανιώνας και Θερμαϊκού- ποτίζει με το άφθονο νερό της την εύφορη γη της Ιστορίας της Μακεδονίας μας αλλά και της Ελλάδας ολόκληρης. Και εξηγούμαι περιληπτικώς:

Α. Η Κρουσίς, επί αιώνες, λάμπρυνε με την ιστορία της την Βόρεια Ελλάδα και κυρίως την Μακεδονία, γεγονός το οποίο τεκμηριώνουν, μεταξύ άλλων, η Αρχαία Αίνεια και οι αποκαλυφθέντες Τάφοι του Μεσημερίου. Όπως καταγράφει ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία» εκεί, στις ακτές του Θερμαϊκού, ο Πεισίστρατος ίδρυσε, στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., την πόλη της Ραικήλου, που άκμασε για έναν αιώνα, έως ότου ο Κάσσανδρος την συμπεριέλαβε στον οικιστικό ιστό της Θεσσαλονίκης, την οποία ίδρυσε το 315 π.Χ. και στην οποία συμπεριέλαβε τα γειτονικά «πολίσματα», ήτοι πόλεις και οικισμούς.

Β. Στην «σκιά» της Θεσσαλονίκης, κι όταν αυτή αναδείχθηκε μετέπειτα σε πραγματική «Μητρόπολη» της Χριστιανοσύνης, η σημερινή περιοχή του Θερμαϊκού βίωσε σε βάθος την Χριστιανική Πίστη μεσ’ από εκκλησίες-«πετράδια» τόσο των πρώτων Χριστιανικών Χρόνων όσο και, κυρίως, της Βυζαντινής περιόδου. Και είναι ακριβώς αυτή η πορεία του Τόπου σας, η οποία καταλήγει ως την σημερινή γιορτή της «Παναγίας της Μηχανιώτισσας», που τελείται στον σύγχρονο περικαλλή Ναό της. Στη σημασία αυτής της Ιερής Επετείου αναφέρομαι στη συνέχεια.

Στις 23 Αυγούστου η Νέα Μηχανιώνα γιορτάζει, με ιστορική αφετηρία το 1927, την Ιερή Επέτειο για τα «Εννιάμερα της Παναγίας», την κατά την εκκλησιαστική γλώσσα «Απόδοσιν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου». Η Επέτειος αυτή σηματοδοτεί την λήξη της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, αφού κατά την Χριστιανική Λατρεία η «απόδοσις» σημαίνει την κορύφωση της επανάληψης της εορτής για χρονικό διάστημα οκτώ ημερών.

Γιορτάζουμε λοιπόν την «Απόδοσιν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου» εδώ, στην Παναγιά την Φανερωμένη της Νέας Μηχανιώνας, την Παναγιά της προσφυγιάς.

Κατά την σημαδιακή -μαύρη χρονιά του 1922, φωτιά και λεπίδι αφανίζουν βάρβαρα τον Ελληνισμό του Πόντου και της Μικράς Ασίας και μαζί τον Ελληνισμό που ζούσε στην Μηχανιώνα της Κυζίκου. Εκεί βρισκόταν η Εκκλησία που φιλοξενούσε την εφέστια θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Μεγάλης, της αποκαλούμενης και «Μηχανιώτισσας», πραγματικό θρησκευτικό σύμβολο των, σχεδόν αμιγώς χριστιανών, κατοίκων της Μηχανιώνας.

Κατά την αποφράδα ημέρα της 29ης Αυγούστου 1922, όσοι Έλληνες της Μηχανιώνιας γλύτωσαν από τον αφανισμό πήραν, μπαρκάροντας σ’ ένα ατμόπλοιο, το «δρόμο» της προσφυγιάς προς την Μητέρα Πατρίδα. Μαζί τους μετέφεραν σ’ ένα «ντέγκι» (μεγάλο δέμα) το ιερό κειμήλιο, την θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Μεγάλης, της Παναγίας της Φανερωμένης, της Παναγίας της «Μηχανιώτισσας».

Έτσι η Παναγιά η Φανερωμένη έφτασε στη Θεσσαλονίκη ως «Παναγία Μηχανιώτισσα», προστάτιδα και οδηγήτρια. Και το 1927, στον οικισμό που έχτισαν οι πρόσφυγες της Μηχανιώνας τη Νέα Μηχανιώνα, μπήκαν τα θεμέλια του πρώτου ομώνυμου Ιερού Ναού, «προγόνου» του σημερινού περικαλλούς Ναού που μας θέτει υπό την σκέπη του, του οποίου η ανοικοδόμηση άρχισε το 1975 και ολοκληρώθηκε μεγαλοπρεπώς στις 27 Μαΐου 1984. Αυτός είναι ο λόγος που η «Παναγία η Μηχανιώτισσα» εξελίχθηκε σε Πανελλήνιο Προσκύνημα, όπως, φυσικά τηρουμένων των ιστορικών και θρησκευτικών αναλογιών, η Παναγία της Τήνου και η Παναγία Σουμελά.

Μ’ αυτήν την ευκαιρία αποτίω τον οφειλόμενο φόρο τιμής σε μια κορυφαία προσωπικότητα του Μικρασιατικού Ελληνισμού και ιδρυτή της Νέας Μηχανιώνας, τον Μαργαρίτη Ευαγγελίδη, του οποίου η όλη προσωπικότητα συνθέτει μια σπάνια σύζευξη γνήσιου πατριώτη και πραγματικού πνευματικού ανθρώπου.

Γεννημένος στην Κύζικο της Μικράς Ασίας και με πρωτόγνωρες για την εποχή σπουδές στη Μεγάλη του Γένους Σχολή και στην Γερμανία, ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης αναδείχθηκε σε πραγματικό πνευματικό «Φάρο» του Ελληνισμού, πρωτίστως μεσ’ από την ίδρυση, το 1891, του Μικρασιατικού Συλλόγου «Η Ανατολή».

Και τούτο διότι ο Μαργαρίτης Ευαγγελίδης υπήρξε κατ’ εξοχήν Δάσκαλος του Ελληνισμού, διδάσκοντας με μοναδικό τρόπο τόσο στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση όσο και στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών ως Καθηγητής της Ιστορίας της Φιλοσοφίας. Μνημειώδες παραμένει το πόνημά του «Περί δικαιωμάτων και παθημάτων των εστιών του πολιτισμού Μικράς Ασίας και Θράκης», γραμμένο προφητικά το 1918. Και σκοπίμως χρησιμοποιώ τον όρο «προφητικά», αφού το έργο αυτό είχε ως στόχο ν’ αναδείξει το πώς η πνευματική ζωή και ο πρακτικός βίος μπορούν να υπηρετήσουν ένα μεγάλο σκοπό, όπως εκείνος της διάσωσης του Μικρασιατικού Ελληνισμού και του πανάρχαιου πολιτισμού του, ο οποίος υπήρξε κοιτίδα του Αρχαίου Ελληνικού Πνεύματος και, κατ’ επέκταση, του Σύγχρονου Πολιτισμού.

Καταλήγω συμπυκνώνοντας, όπως τόνισα στην αρχή της αντιφώνησής μου, τα διδάγματα που εκπέμπει ο Τόπος σας: Πριν απ’ όλα εμείς, οι Έλληνες, πρέπει να διατηρούμε άσβεστη στην εθνική μας μνήμη την συμβολή του Μικρασιατικού Ελληνισμού στην διατήρηση της Εθνικής και Πολιτισμικής συνείδησης. Διότι -και μεσ’ από την διαχρονική δύναμη του Ελληνισμού ν’ αντιμετωπίζει με ηρωισμό τις συμφορές και να μην τους επιτρέπει ν’ ανακόψουν την ιστορική του πορεία- η Μικρασιατική Καταστροφή και η προσφυγιά που επακολούθησε ήταν το «μπόλι» που γονιμοποίησε, στο διηνεκές, το δέντρο της εθνικής και πνευματικής συνείδησης του Έθνους των Ελλήνων. Πέραν τούτου όμως, ως Έλληνες αλλά και ως μέλη της Διεθνούς Κοινότητας και ως ισότιμοι Εταίροι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οφείλουμε να μην λησμονούμε την θυσία των τραγικών θυμάτων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, επιτελώντας έτσι εθνικό χρέος το οποίο πηγάζει και από τις ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων του 1994 και του 1998 αντιστοίχως. Κι αυτό όχι για λόγους εκδίκησης, αφού το αίσθημα αυτό είναι εντελώς άγνωστο σ’ εμάς, τους Έλληνες, όπως άλλωστε καταδεικνύει μ’ ενάργεια το γεγονός στηρίζουμε ανεπιφυλάκτως την συνταγματική νομιμότητα στην φίλη και γείτονα Τουρκία και είμαστε γέφυρα ειρήνης και φιλίας ως προς τις σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Δύση γενικότερα. Αλλά διότι μόνον η άσβεστη μνήμη και αυτών των Γενοκτονιών μπορεί να γίνει οδηγός, μέσα στην σημερινή ζοφερή πραγματικότητα της τρομοκρατίας -κατ’ εξοχήν της τζιχαντιστικής- που διαπράττει εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας, προκειμένου να υπερασπισθούμε, ταυτοχρόνως, το μέλλον της Ανθρωπότητας και την τελική ενοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον των αδίστακτων εχθρών που απεργάζονται την διάλυση και την καταστροφή της»