ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Γιούλη Ρανέλλα

της Γιούλης Ρανέλλα*

Ο δήμος Θεσσαλονίκης καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ξεπεράσει την κρίση και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας και ανάπτυξης. Μέσον για να τα καταφέρει είναι η διατήρηση της ισχυρής μας οικονομικής θέσης και η ενδυνάμωση των υφιστάμενων οικονομικών μας πόρων με άντληση και χρήση καινοτόμων χρηματοοικονομικών εργαλείων. Τα τελευταία χρόνια, η διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης ανέλαβε την εξυγίανση και αναδιάρθρωση της οικονομικής διαχείρισης του Δήμου κάτω από δύσκολες συνθήκες αντιμέτωπη με μία σημαντική υπεξαίρεση σε βάρος του δήμου. Ακολούθησε ένα εντατικό πρόγραμμα εκσυχρονισμού του τρόπου οικονομικής λειτουργίας πετυχαίνοντας να ξεπεράσει το παρελθόν και να λειτουργεί πλέον με πρότυπα σύγχρονα και βέλτιστες αρχές σε έναν εξαιρετικά σύνθετο οργανισμό όπως είναι ο Δήμος Θεσσαλονίκης από την άποψη του όγκου των ετήσιων συναλλαγών του και την ιδιαίτερη φύση των συναλλαγών αυτών στο δημόσιο χώρο.

Παλαιοί και νέοι στόχοι

Επήλθε μείωση στις λειτουργικές δαπάνες χρήσης με τον εξορθολογισμό και την συνετή διαχείριση παραμένοντας ωστόσο συνεπής στους στόχους που έθεσε ως διοίκηση για έγκαιρη εξυπηρέτηση των υποχρεωτικών  δαπανών που αφορούν σε δαπάνες για αποδοχές του προσωπικού,  αποπληρωμή υποχρεώσεων προς τρίτους, εξυπηρέτηση φορολογικών υποχρεώσεών  από την επιβολή νέων φόρων ακίνητης περιουσίας που επιβλήθηκαν στους ΟΤΑ, αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών από επιβολή προστίμων και αναγκαστικών μέτρων για την οικονομική απάτη της παρελθούσας διοίκησης. Εξέδωσε και συνεχίζει να τηρεί ισοσκελισμένους και πλεονασματικούς προϋπολογισμούς διατηρώντας ταυτόχρονα επαρκές αποθεματικό για την κάλυψη έκτακτων αναγκών. Επένδυσε στην ενίσχυση των διαδικασιών και των τεχνολογικών μέσων αλλά και την εκπαίδευση και εξειδίκευση του προσωπικού με στόχο την αποτελεσματικότερη οικονομική διαχείριση. Εξυπηρετεί τις δανειακές υποχρεώσεις του δήμου εμπρόθεσμα διατηρώντας ταυτόχρονα σε χαμηλά επίπεδα τον δανεισμό του δήμου. Η απεικόνιση των οικονομικών αποτελεσμάτων που πέτυχε η σημερινή διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης είναι εμφανής στις οικονομικές καταστάσεις που εκδίδονται κάθε χρόνο και βεβαιώνονται από ανεξάρτητους οικονομικούς ελεγκτές.

Βασικός στόχος για το άμεσο μέλλον παραμένει η διατήρηση της ικανότητας μας ως δήμου να ανταποκρινόμαστε στις ανάγκες των δημοτών και να συμβάλουμε αποφασιστικά Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο οικονομικά τοπίο, αναζητούμε υπεύθυνα και οργανωμένα νέους πόρους χρηματοδότησης που μπορούν να λειτουργήσουν σε συνδυασμό και προς ενίσχυση των ίδιων και κεντρικών πόρων που παραδοσιακά συντηρούν την τοπική αυτοδιοίκηση. Το δεδομένο που έχουμε καθημερινά να αντιμετωπίσουμε είναι ο μεγάλος βαθμός εξάρτησης των δήμων από τον κρατικό προϋπολογισμό. Οι επιτακτικές ανάγκες για δημοσιονομική πειθαρχία και περιορισμό του κρατικού χρέους επέφεραν ωστόσο σημαντικές περικοπές στις επιχορηγήσεις προς τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγχρόνως, η ικανότητα των δημοτών να αποπληρώνουν τα τέλη και τις υποχρεώσεις τους  μειώνεται αισθητά σε μία περίοδο βαθιάς και εντεινόμενης κρίσης. Οι παραπάνω παράγοντες δημιουργούν την ανάγκη αναζήτησης νέων τρόπων χρηματοδότησης των αναγκών της τοπικής αυτοδιοίκησης και άντλησης πόρων με συμφέροντες και βιώσιμους όρους.

Επόμενος σταθμός…

Το ευρωπαϊκό περιβάλλον και οι πόροι των ευρωπαϊκών ταμείων βοήθησαν τα τελευταία χρόνια και την ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση να εκτελέσει έργα ανάπτυξης δίνοντας έμφαση στη δημιουργία θέσεων εργασίας σε τοπικό επίπεδο και στη μείωση της φτώχειας στην περιφέρεια. Μέσα από την άσκηση της Περιφερειακής πολιτικής της η Ευρωπαϊκή Ένωση θέσπισε και έθεσε στη διάθεση και των Δήμων χρηματοοικονομικά εργαλεία που παρείχαν υποστήριξη για επενδύσεις μέσω δανείων, εγγυήσεων, μετοχικού κεφαλαίου ή άλλων μηχανισμών ανάληψης κινδύνων. Κοινοτικά Ταμεία όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ) και το Ταμείο Συνοχής ανέλαβαν να υλοποιήσουν την πολιτική συνοχής της ΕΕ χρηματοδοτώντας έργα για την ενίσχυση των περιφερειών και των δήμων. Ο δήμος Θεσσαλονίκης άντλησε με επιτυχία σημαντικά κονδύλια από τα παραπάνω ευρωπαϊκά Ταμεία και υλοποίησε σειρά έργων μέσα από κονδύλια ΕΣΠΑ κατά κύριο λόγο αλλά και νέα χρηματοδοτικά εργαλεία όπως το JESSICA που πρόσφατα άντλησε και υλοποιεί ένα σημαντικό ενεργειακό έργο ηλεκτροφωτισμού. Επόμενος σταθμός για τον δήμο Θεσσαλονίκης, συγχρόνως με την αξιοποίηση των Ταμείων Συνοχής και των χρηματοδοτικών πόρων από την πολιτική συνοχής της ΕΕ, είναι η άντληση κεφαλαίων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕΠ) η λειτουργία της οποίας είναι άμεσα συνδεδεμένη με την άσκηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ενίσχυσης των Δήμων και Περιφερειών των κρατών μελών της ένωσης. H επιλογή της συγκεκριμένης τράπεζας για να χρηματοδοτήσει τα έργα του δήμου μας δεν είναι τυχαία. Η ΕΤΕΠ είναι ο χρηματοοικονομικός βραχίονας της ευρωπαϊκής ένωσης και χρηματοδοτεί τα έργα και τις επενδύσεις της ΕΕ για την ανάπτυξη και αποδοτικότητα σε τοπικά σχέδια υποδομής. Δεν λειτουργεί με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια αλλά αποτελεί δημόσια τράπεζα που ιδρύθηκε συγχρόνως με την ευρωπαϊκή ένωση με κύριο στόχο την χρηματοδότηση των έργων της. Αντλεί κεφάλαια από τις κεφαλαιαγορές και χορηγεί μακροπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις σε φορείς που υλοποιούν αναπτυξιακές επενδύσεις.

Δήμος Θεσσαλονίκης, πιλοτικός χώρος!

Χρηματοδοτεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο όλα τα μεγάλα επενδυτικά – αναπτυξιακά έργα, συνεργάζεται κύρια με κυβερνήσεις, φορείς του Δημοσίου τομέα και  τράπεζες. Στην Ελλάδα, σε ότι αφορά την τοπική αυτοδιοίκηση η ΕΤΕΠ  έχει επιλέξει την συνεργασία της σε 2 επίπεδα: Με απευθείας συνεργασία με Δήμους μεγάλων πόλεων της χώρας (έως ήμερα με τους Δήμους Αθήνας, Θεσσαλονίκης και Ηρακλείου)  και μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων για τους υπόλοιπους δήμους. Βασικό κριτήριο για τη δανειοδότηση αποτελεί η δέσμευση κάθε δήμου σύμφωνα με την οποία τα προτεινόμενα έργα αποτελούν τμήμα ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού. Στη Θεσσαλονίκη παρουσιάζεται μια εξαιρετική ευκαιρία καθώς ο Δήμος μας έχει επιλεγεί από την ΕΤΕΠ ως πιλοτικός χώρος για την εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδιασμού,  που θα υποστηριχθεί  από περισσότερες χρηματοδοτικές πηγές του  τρέχοντος ΕΣΠΑ. Το αναπτυξιακό πρόγραμμα του Δήμου περιλαμβάνει έργα συνολικού κόστους περίπου 50 εκατομμυρίων ευρώ. Από αυτά, η ΕΤΕΠ προτίθεται να χρηματοδοτήσει το 75% (37,5 εκατομμύρια ευρώ).

Όροι της σύμβασης

  • Η ΕΤΕΠ θα εκταμιεύσει την πίστωση σε έως πέντε (5) δόσεις. Το ποσό κάθε δόσης ανέρχεται κατ’ ελάχιστον στο ποσό των 5.000.000,00 €, εκτός εάν πρόκειται για το μη εκταμιευθέν υπόλοιπο της πίστωσης. Η προκαταβολή μπορεί να φτάσει το 30% του συνολικού ποσού.
  • Το κάθε τμήμα του δανείου μπορεί να έχει περίοδο χάριτος αποπληρωμής του κεφαλαίου έξι (6) ετών μετά την εκταμίευσή του και συνολική χρονική διάρκεια 25 έτη.
  • Ο Δήμος έχει τη δυνατότητα να επιλέξει ανάμεσα σε τρίμηνες και εξάμηνες δόσεις αποπληρωμής, όπως επίσης και μεταξύ σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου,  τα οποία σε κάθε περίπτωση είναι εξαιρετικά χαμηλά. Ενδεικτικά, αν σήμερα ο Δήμος μας υπέγραφε τη συγκεκριμένη σύμβαση με μέση σταθμική φυσική διάρκεια όλου του δανεισμού στα δεκαπέντε έτη, εξαμηνιαία τοκοφόρο περίοδο και σταθερό επιτόκιο, το επιτόκιο αυτό δεν θα υπερέβαινε το επίπεδο του 1,75% ετησίως. Για παράδειγμα, αν ο Δήμος εισέπραττε την πρώτη πίστωση  το Δεκέμβριο του 2016, θα μπορούσε να πληρώσει την πρώτη δόση αποπληρωμής το Δεκέμβριο του 2022 και η αποπληρωμή του συνόλου του δανείου θα ολοκληρώνονταν μέσα στο 2041.
  • Στο δάνειο αυτό εγγυητής καθίσταται το Ελληνικό Δημόσιο, προς το οποίο ο Δήμος θα κληθεί να καταβάλλει ένα μικρό ποσοστό για αυτή την υπηρεσία. Έτσι, η συνολική ετήσια επιβάρυνση του δήμου σε τόκους δεν αναμένεται νε ξεπεράσει το 3%. Το συγκεκριμένο ποσοστό κρίνεται εξαιρετικά συμφέρον, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά τα επόμενα χρόνια η ελληνική οικονομία αναμένεται να μπει και πάλι σε τροχιά ανάπτυξης και επομένως τα διατραπεζικά επιτόκια θα αυξηθούν σημαντικά.

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης είναι ένας εύρωστος οικονομικός οργανισμός με χαμηλό επίπεδο δανεισμού. Η λήψη του εν λόγω δανείου, πέρα από το γεγονός ότι καθιστά συνεχή και διαρκή τη συνεργασία  με τις υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα δώσει μια βαθιά αναπτυξιακή πνοή στην πόλη, θα τονώσει σημαντικά την τοπική απασχόληση και θα καταστήσει δυνατή την επίτευξη του οράματος για μια σύγχρονη, ανθρώπινη ευρωπαϊκή πόλη υψηλού επιπέδου ζωής και υπηρεσιών μέχρι το 2030. Τα αδιάσειστα οικονομικά στοιχεία των τελευταίων απολογισμών και ισολογισμών δείχνουν ότι ο Δήμος θα μπορεί να αποπληρώνει το δάνειο χωρίς να υποβαθμίσει το κοινωνικό του πρόσωπο και την πολιτική των χαμηλών δημοτικών επιβαρύνσεων και κυρίως, χωρίς να υποθηκεύσει το μέλλον του.

*Η κ. Ρανέλλα είναι αντιδήμαρχος Οικονομικών Δήμου Θεσσαλονίκης