ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Βίκυ Νάκου

της Βίκης Νάκου*

Νομίζω ήταν 1987, όταν γνώρισα τον Αλέξη Μινωτή. Ήταν σε μια διάλεξή του, για τον Οιδίποδα επί Κολωνώ. Είναι λίγο πολύ γνωστή η τραγωδία αυτή: Ο Οιδίπους, ο τυφλός και εξόριστος πρώην βασιλιάς της Θήβας, φτάνει μετά από περιπλάνηση στον Αθηναϊκό δήμο του Ίππιου Κολωνού, οδηγούμενος από την κόρη του Αντιγόνη. Κάθεται σ’ ένα βράχο μέσα στο ιερό άλσος των Ευμενίδων και ανακαλύπτεται από κάποιο κάτοικο, που τον διώχνει. Ο Οιδίπους αρνείται να φύγει επικαλούμενος χρησμό, σύμφωνα με τον οποίο το μέρος αυτό θα είναι ο τόπος της τελικής του ανάπαυσης. Στο μεταξύ έρχεται εκεί και η άλλη κόρη του Οιδίποδα, η Ισμήνη. Ο Κολωνιάτης συγκεντρώνει τους γέροντες του τόπου. Αυτοί λυπούνται τον αδύναμο γέροντα και την κόρη του, αλλά, μόλις πληροφορούνται το όνομά του, τρομοκρατούνται και τον διατάζουν να φύγει. Ο Οιδίπους επικαλείται την Αθηναϊκή φιλοξενία και ζητά να συναντήσει τον βασιλιά της πόλης. Ο Θησέας φτάνει και ο Οιδίπους του ζητά προστασία όσο ζει και ταφή, όταν πεθάνει. Ο Θησέας του τα υπόσχεται. Έρχεται ο Κρέων και μετά την αποτυχία του να πείσει τον Οιδίποδα να τον ακολουθήσει στη Θήβα, απαγάγει τις κόρες του και είναι έτοιμος να πιάσει και τον Οιδίποδα. Τη στιγμή εκείνη επεμβαίνει ο Θησέας, κατακρίνει τις πράξεις του Κρέοντα και τον αναγκάζει να τον οδηγήσει στις κοπέλες. Πραγματικά σε λίγο επιστρέφει φέρνοντας μαζί του την Αντιγόνη και την Ισμήνη. Στην Αθήνα φτάνει ως ικέτης ο γιος του Οιδίποδα, Πολυνείκης, και επιθυμεί να δει τον πατέρα του και να του ζητήσει την βοήθειά του. Ο Οιδίπους αρνείται και τον διώχνει ρίχνοντάς του φοβερή κατάρα. Τότε ακούγεται κεραυνός και ο Οιδίπους καταλαβαίνει πως το τέλος του πλησιάζει. Ξεκινά για εκεί όπου θα συναντήσει τον θάνατο, ακολουθούμενος από τον Θησέα και τις κόρες του. Αποχαιρετά τα παιδιά του και προχωρά μαζί με τον Θησέα, που είναι ο μόνος που πρέπει να ξέρει τον τόπο ταφής του. Οι κόρες του θρηνούν τον χαμό του πατέρα τους, αλλά ο βασιλιάς της Αθήνας τους υπόσχεται κάθε φροντίδα για το μέλλον.

Κάπως έτσι αποδιοπομπαία είναι και η χώρα μας μακριά, από κάθε κανονικότητα χωρίς την φωτεινότητα, που της δίνουν οι πνευματικοί της άνθρωποι. Άλλωστε μια σιωπή καλύπτει τον πνευματικό και καλλιτεχνικό κόσμο της Πατρίδας μας. Μια «συμφωνία σιωπής». Κι αναρωτιέμαι, αν πραγματικά δεν βλέπουν, που οδηγούμαστε.

Δεν καταλαβαίνουν την καθεστωτική αντίληψη που δίνουν απ’ άκρη σ’ όλη την χώρα; Δεν ήταν κάποτε έτσι οι πνευματικοί άνθρωποι της πατρίδος μας. Όχι. Είχαν άλλη στόφα. Ύψωσαν ανάστημα σε δύσκολες στιγμές του τόπου. Δεν εσιώπησαν με τέτοιο εκκωφαντικό τρόπο. Δεν άφηναν την Ελλάδα να χαθεί. Σήμερα και όσο θα παραμένει ο ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ στην εξουσία η Ελλάδα τυφλωμένη θα ψάχνει που ν’ αφήσει την τελευταία της πνοή. Σαν τον Οιδίποδα. Αλλά χωρίς τα παιδιά της. Μόνη και έρημη. Γιατί δεν μπορεί να γίνει  διαφορετικά, όταν  οι πνευματικοί άνθρωποι δεν υπηρετούν  τον σκοπό της διαφύλαξης της πολιτείας με το προτρεπτικό και ανατρεπτικό τους λόγο. Με την πνευματική τους τέχνη, οδηγό. Αυτός είναι ο λόγος που θυμήθηκα τον Αλέξη Μινωτή, αυτές τις μέρες. Θυμήθηκα το πάθος του λόγου του και την δυναμική της τέχνη του. Τον θυμάμαι στο μικρό λιτό του σπίτι, στην οδό Λυκείου, δίπλα στο Προεδρικό Μέγαρο να πίνουμε τσάι και να μου εξηγεί πως, η δόξα είναι συνώνυμο της τιμής και γιατί η σιωπή πολλές φορές είναι συνενοχή κι όχι χρυσός, εξηγώντας μου, που οι Έλληνες υστερούν. «Λείπει στις μέρες μας το πάθος για την ζωή, για τον έρωτα και την Αλήθεια. Πως θα δόξασθείς αν δεν πολεμήσεις; Αλλιώς ήσυχα θα φύγεις αλλά άτολμος και μικρός», μου είπε. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι του και με κοίταξε στα μάτια. Εγώ με δέος αφοσιώθηκα στην τεράστια φωτογραφία της Κατίνας Παξινού. Είχα τόσο τρακ, που δεν ήξερα που να κοιτάξω: τον ζωντανό θρύλο της υποκριτικής τέχνης ή τον μύθο αυτής; Με συνέφερε κάπως  η ερώτηση του : «Τι λες παιδί μου, εσύ;».

Νομίζω δάσκαλε, πως το είπε πολύ καθαρά ο Όμηρος: ««Αν πας στο Ίλιον θα δοξαστείς, μα θα πεθάνεις. Αν μείνεις σπίτι σου θα μακροημερεύσεις, αλλά θα ξεχαστείς». Αυτή την Ελλάδα καρτερούμε ν’ αναστήσωμε. Με πνευματικότητα και δύναμη. Φωτεινή και ελπιδοφόρα. Αυτή που μας κράτησε με πίστη, αιώνες. Με τα γράμματα, τις τέχνες, το εμπόριο τη ναυτοσύνη. Με το επιχειρείν και την αγροτική της βιοπάλη. Με τα εργατικά χέρια ανδρών και γυναικών. Την Ελλάδα, που δεν θα χάσουμε σε πείσμα των νεόκοπων επαναστατών. Σε αυτή την Ελλάδα προσκυνάμε και αναβαπτιζόμεθα. Στην Ελλάδα της Τιμής, της Δόξας και της αλήθειας.

* Η Βασιλική (Βίκη) Νάκου είναι Αναπληρώτρια Γραμματέας Σχέσεων Κοινωνίας – Κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, Μέλος Της Πολιτικής Πολιτικής Επιτροπής & Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Δημοκρατίας  «Κωνσταντίνος Καραμανλής».