ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

 

tzavaras

του Κώστα Τζαβάρα*

Ολοκλήρωσε τις εργασίες της η Διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τη διεκδίκηση των γερμανικών οφειλών, με την κατάθεση ενός πορίσματος που απογοήτευσε, αφού δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα και αποφεύγει να αναδείξει τις ευθύνες της Κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ για την παραπομπή της διεκδίκησης των οφειλών στις ελληνικές καλένδες. Αλλά όταν ο ίδιος ο Πρωθυπουργός πριν από έναν περίπου χρόνο, απευθυνόμενος στην κα. Μέρκελ κάνει λόγο για την ηθική και συμβολική αξία του εγχειρήματος, είναι εύλογο να μην τολμήσει η Επιτροπή να πάει την υπόθεση πιο πέρα από εκεί που την παρέλαβε.

Κυρίως όμως δεν καταδέχτηκε να αξιοποιήσει τους στόχους αλλά και τη παρακαταθήκη του υλικού που της άφησαν οι προηγούμενες δύο Επιτροπές, υπό την προεδρεία του βουλευτή Κώστα Τζαβάρα η πρώτη και της τέως Προέδρου της Βουλής Ζωής Κωνσταντοπούλου η δεύτερη. Ειδικότερα, η πρώτη κατά σειρά Επιτροπή είχε συσταθεί με την απόφαση του τότε Προέδρου της Βουλής Ευάγγελου Μεϊμαράκη, στις 21 Μαρτίου 2014, κατόπιν αιτήματος του Μανώλη Γλέζου, που ήταν επί σειρά ετών πρόεδρος του ΕΣΔΟΓΕ. Στην Διακομματική αυτή Επιτροπή εκλέχτηκε Πρόεδρος ο βουλευτής της ΝΔ Κώστας Τζαβάρας και συμμετείχαν ως αντιπρόεδρος ο Μανώλης Γλέζος από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Δημήτρης Σαλτούρος ως γραμματέας. Η Επιτροπή συνεδρίασε αρκετές φορές και είχε προγραμματίσει μια σειρά δράσεις, τις οποίες δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει γιατί προέκυψαν οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015. Έπεσε και αυτή θύμα της βουλιμίας του κ. Τσίπρα να γίνει πρωθυπουργός, προκαλώντας την πρόωρη διάλυση της τότε Βουλής. Παρόλα αυτά, η Επιτροπή είχε δεχθεί ομόφωνα ότι η διεκδίκηση σε μια τόσο σοβαρή εθνική υπόθεση απαιτεί προσεκτικά βήματα και υπεύθυνους χειρισμούς. Πρωτίστως, είχε υιοθετήσει τις γνώμες δυο καθηγητών Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου, των κκ. Αντωνίου Μπρεδήμα και Στέλιου Περάκη, οι οποίοι υποστήριζαν ότι στο διεθνές επίπεδο για να γίνει δεκτό ένα εθνικό αίτημα για διεκδίκηση οφειλών εις βάρος ενός άλλου κράτους, πρωτίστως χρειάζεται το αίτημα αυτό να αποκτήσει τη συμπάθεια της διεθνούς κοινής γνώμης. Δεν υπάρχουν δικαστήρια δηλαδή που να έχουν την αρμοδιότητα και τη δύναμη να επιδικάζουν απαιτήσεις που προβάλει ένα κράτος εις βάρος ενός άλλου, εάν και τα δυο αυτά κράτη εκουσίως δεν έχουν δεσμευτεί με συνυποσχετικό για την υπαγωγή της διαφορά τους σε ένα διεθνές δικαστήριο (π.χ. Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης).

Η Γερμανία όμως μέχρι σήμερα αντιδρά και είναι φανερό ότι δεν πρόκειται η άρνηση της να καμφθεί, εάν δεν τη πιέσει για αυτό ένα κίνημα διεθνούς κατακραυγής υπέρ της Ελλάδας και εναντίον της Γερμανίας. Υπέρ της Ελλάδας που μεταξύ των άλλων δεινών υποφέρει μέχρι σήμερα από την επιμονή της Γερμανίας να μην επιστρέφει το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, να μην επανορθώνει τις ζημιές που προκάλεσαν τα στρατεύματα της κατά την κατοχή, να μην επιστρέφει τους αρχαιολογικούς θησαυρούς που άρπαξαν οι στρατιώτες της από τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς χώρους της χώρας και να μην ικανοποιεί τις απαιτήσεις των συγγενών εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων της θηριωδίας του ναζισμού που έχασαν τη ζωή τους σε βάρβαρες εκκαθαρίσεις και αντίποινα γερμανών στρατιωτών στις μαρτυρικές πόλεις και χωριά της Ελλάδας, κατά τα έτη 1941-1944.

Υπό τα δεδομένα αυτά, τόσο η Επιτροπή αυτή όσο και εκείνη που συστάθηκε από την επόμενη βουλή και λειτούργησε από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο 2015, ομόφωνα αποφάσισαν να αξιοποιήσουν με συγκεκριμένες ενέργειες να ευαισθητοποιήσουν την διεθνή κοινή γνώμη, αξιοποιώντας τον διεθνή αυτό παράγοντα στον αγώνα για την ευδοκίμηση των εθνικών αυτών στόχων. Ειδικότερα, είχαν ξεκινήσει την διοργάνωση ενός διεθνούς συνεδρίου με θέμα τις γερμανικές οφειλές προς την Ελλάδα με τη συμμετοχή πολιτικών, διπλωματών, καθηγητών πανεπιστημίου, εκπροσώπων διεθνών οργανώσεων κ.α., στην Αθήνα. Με την βοήθεια τόσο των δυο ως άνω διεθνολόγων όσο και του καθηγητή κ. Σπύρου Φλογαΐτη αλλά και την υποστήριξη του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου, καθηγητή Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Παράλληλα οι δύο αυτές Επιτροπές είχαν ενεργοποιήσει τη λεγόμενη κοινοβουλευτική διπλωματία, δηλαδή τις κοινές επιτροπές φιλίας με τα άλλα κράτη, που έχει συστήσει το Ελληνικό Κοινοβούλιο και ειδικότερα τις επιτροπές φιλίας με τα κοινοβούλια των 4 νικητριών δυνάμεων του Β΄Π.Π., Ρωσίας, Γαλλίας, Ηνωμένου Βασιλείου και Η.Π.Α., καθώς και την επιτροπή κοινοβουλευτικής φιλίας με τη Γερμανία.

Δυστυχώς όμως, η σημερινή Επιτροπή αντί να συνεχίσει τις δράσεις αυτές και να τις ολοκληρώσει προτίμησε να τερματίσει το βίο της εκδίδοντας ένα πόρισμα, το οποίο μεταξύ άλλων συμπεριέλαβε γνωστές κοινοτοπίες που αφορούν τις ρυθμίσεις της Συνθήκης του Λονδίνου του 1953 και την δυνατότητα αξιοποίησης τους, με προσφυγή στο Διαιτητικό δικαστήριο που ιδρύθηκε από αυτές (άρθρο 28), αδιαφορώντας εάν μια τέτοια προσφυγή, λόγω του δυσμενούς εναντίου της Ελλάδος συσχετισμού μεταξύ των μελών του Δικαστηρίου, θα οδηγούσε την εθνική υπόθεση σε βέβαιη αρνητική κατάληξη. Προτείνει τη σύσταση μιας νέας Επιτροπής με διευρυμένη σύνθεση, στην οποία θα συμμετέχουν διεθνολόγοι, διπλωμάτες κ.λ.π., παρόλο που ήδη από την εποχής της πρώτης Επιτροπής είχε υλοποιηθεί ένα τέτοιο σχέδιο και είχαν προσληφθεί ως συνεργάτες της Επιτροπής ειδικοί εμπειρογνώμονες (Μπρεδήμας, Περάκης, Φλογαΐτης). Επίσης, επέλεξε να ανοίξει την Επιτροπή σε πλήθος φορέων και οργανώσεων του εσωτερικού, δίνοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στην εσωτερική ανακύκλωση του θέματος παρά στην προβολή του στο εξωτερικό, με την έννοια που προεκτέθηκε. Επόμενο είναι τα αποτελέσματα αυτής της Επιτροπής να μην προωθούν καθόλου την υπόθεση της διεκδίκησης, αλλά να προσφέρουν στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επικοινωνιακό υλικό για τις εμφανίσεις του Πρωθυπουργού στο Κομμένο της Άρτας, στη Δ.Ε.Θ. και αλλού. Μαζί με τον Πρωθυπουργό και άλλα κυβερνητικά στελέχη (ο Πρόεδρος της Βουλής, υπουργοί κ.α.), χρησιμοποιώντας αυτό το πόρισμα της Επιτροπής, προδιαθέτουν τον ελληνικό λαό για μια ηρωική και «λεβέντικη» ειρηνική επίθεση της Κυβέρνησης εναντίον της Γερμανίας, που θα λήξει με την υποχώρηση της Γερμανίας και στο ζήτημα αυτό.

Η Κυβέρνηση όμως έχει ήδη πείσει τον ελληνικό λαό, ότι το μόνο που την ενδιαφέρει είναι η παραμονή της στην εξουσία και όχι η διακυβέρνηση του τόπου και η πορεία της χώρας προς την κατεύθυνση της εξόδου από την κρίση. Με επικοινωνιακά τεχνάσματα και με ατέλειωτα ψέματα δεν διστάζει ακόμα και σε μια τόσο σοβαρή υπόθεση να παραπλανά τον ελληνικό λαό. Δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο δεν θα διαρκέσει για πολύ. Η κατάρρευση της έχει ήδη αρχίσει από την τελευταία εμφάνιση του Πρωθυπουργού στην Δ.Ε.Θ. με θολή για πρώτη φορά εικόνα και με την «άνεση» να ισχυρίζεται ότι όλα όσα δεσμεύτηκε να πραγματοποιήσει προεκλογικά τα έχει ήδη ολοκληρώσει. Πλέον για τον ελληνικό λαό η μόνη ελπίδα που  γεννιέται είναι η προσμονή του τέλους μιας τόσο ολέθριας κυβέρνησης, που μας γύρισε δεκαετίες πίσω για να μας διδάξει δύο αλήθειες που από καιρό έπρεπε να έχουμε καταλάβει: 1) ότι δεν υπήρξε ούτε μέχρι σήμερα υπάρχει δυνατότητα άλλου τρόπου διαχείρισης της κρίσης από εκείνον της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, που αν είχε ακολουθηθεί μέχρι τέλους η Ελλάδα θα είχε βγει από το μνημόνιο τον Μάρτιο του 2015 και 2) δεν υπάρχει εναλλακτική πρόταση της Αριστεράς για την διακυβέρνηση του τόπου.

*Ο κ. Τζαβάρας είναι βουλευτής του Ν. Ηλείας της Νέας Δημοκρατίας