ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τέλλης

του Νίκου Τέλλη*

Μέχρι πρόσφατα το ερώτημα θα φάνταζε ρητορικό: η αρνητική του απάντηση θα ήταν αυτονόητη.

Σήμερα όμως;

Και μόνο το γεγονός ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα πληθαίνουν οι φωνές από το χώρο της πολιτικής, της δημοσιογραφίας, του πολιτισμού και της νομικής επιστήμης που κάνουν λόγο για έκπτωση ή αλλοίωση δημοκρατικών/συνταγματικών θεσμών δείχνει ότι δεν δικαιούμαστε να εφησυχάζουμε.

Πόσο μάλλον, όταν στη δημόσια αυτή έκφραση ανησυχιών πρωτοστατούν εμβληματικές μορφές της αριστεράς: Ότι «το φάσμα Τσαουσέσκου υπερίπταται της χώρας…» ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης που το επισήμανε προσφάτως. Την προειδοποίηση ότι «σε λίγο θα απαγορεύσουν την έκδοση εφημερίδων», την εξέφρασε ο Μανώλης Γλέζος με αφορμή τις προσπάθειες της κυβέρνησης για πλήρη έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, επικαλούμενη προσχηματικά την καταπολέμηση της διαπλοκής και την υποτιθέμενη αύξηση των δημοσίων εσόδων. Τη σύγκριση του Τσίπρα με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τέλος, είναι ο πολιτικός μέντορας του πρωθυπουργού, Αλέκος Αλαβάνος, που την επιχείρησε πριν από λίγες μέρες..

Πιο ανησυχητικό από τις φωνές αυτές, είναι, βέβαια,  η ίδια η πραγματικότητα που τις «γεννά». Οι αφορμές ανησυχίας πολλές και κλιμακούμενης εντάσεως εδώ και καιρό. Ας αρκεσθούμε σε λίγες από αυτές:

Στην αρχή επρόκειτο απλώς για ιδεολογικής φύσεως «απειλές» της δημοκρατίας. Συνθήματα και θέσεις, που απέπνεαν μια ασύμβατη με το δημοκρατικό αξιακό σύστημα αντίληψη καθεστωτισμού, διχασμού της κοινωνίας και κατοχής της απόλυτης αλήθειας όπως: «ή αυτοί ή εμείς», «να τελειώνουμε με το παλιό», «όχι στην παλινόρθωση», «πήραμε την κυβέρνηση αλλά όχι ακόμη την εξουσία», «προβληματική η αυτονόμηση των μέσων ενημέρωσης» κλπ.

Μετά, κοντά στο δημοψήφισμα, ήλθαν οι δηλώσεις Καμμένου ότι ο στρατός εγγυάται την εσωτερική τάξη, οι αποκαλύψεις της τέως Προέδρου της  Βουλής ότι ο Τσίπρας της έκανε λόγο για «κυβέρνηση εθνικού σκοπού ή δικτατορία» καθώς και τα σχέδια για «ντου» στην Τράπεζα της Ελλάδος και το Νομισματοκοπείο.

Ακολούθησε η προαναγγελία ενός οδοιπορικού συνταγματικής αναθεώρησης, που τόσο από άποψη διαδικασίας όσο και από άποψη περιεχομένου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αφού προέβλεπε υποβάθμιση του Κοινοβουλίου και αλλοίωση των χαρακτηριστικών της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Μετά οι ανησυχίες «έπιασαν κόκκινο» με τις εξελίξεις στο ραδιοτηλεοπτικά: γιατί όταν από επιλογή και όχι για λόγους τενχνικής αναγκαιότητας περιορίζεις την πολυφωνία, απειλώντας μάλιστα με «μαύρο» σταθμούς εν λειτουργία, αυτό σημαίνει ότι μέλημά σου κάθε άλλο, παρά η αντικειμενική ενημέρωση των τηλεθεατών, είναι.. Ούτε καν η αύξηση των δημοσίων εσόδων. Κι όταν, μάλιστα, δεν αναθέτεις τη διοργάνωση του διαγωνισμού  αδειοδότησης στην αρμόδια εκ του Συντάγματος Ανεξάρτητη Αρχή, που περιβάλλεται με αυξημένα εχέγγυα αμεροληψίας, αλλά στον Υπουργό Ενημέρωσης (Προπαγάνδας), τότε οι ανησυχίες αυτές ευλόγως ενισχύονται ακόμη περισσότερο. Προσοχή όμως: Η προσπάθεια ελέγχου των μέσων ενημέρωσης από την όποια κυβέρνηση, ισοδυναμεί με προσπάθεια άλωσης εκ των έσω του ίδιου του πυρήνα της δημοκρατίας, αφού το δικαίωμα γνώμης και ψήφου καθίσταται κενό περιεχομένου, όταν ασκείται από πολίτες που δεν διαθέτουν επαρκή πολύπλευρη ενημέρωση.

Οι ανησυχίες για το πολίτευμα κορυφώθηκαν τον τελευταίο καιρό, μετατρεπόμενες πλέον σε αγωνία. Γιατί εξελίξεις σαν τις προαναφερθείσες συνοδεύονται από μια αδιάκοπη σειρά περιστατικών ευτελισμού και προσπαθειών για επηρεασμό της Δικαιοσύνης: Η προαναγγελία δικαστικών αποφάσεων από τον πρωθυπουργό, η παύση Ντογιάκου, η διακοπή της διάσκεψης της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας για τις τηλεοπτικές άδειες λόγω «κλίματος», οι καταγγελίες αντιπροέδρων του εν λόγω ανώτατου δικαστηρίου για αρνησιδικία και άλλα πρωτοφανή φαινόμενα στο χώρο της δικαιοσύνης. Και ως «απάντηση» σε όλη αυτή την αναταραχή, ο πρωθυπουργός αρκέσθηκε να ανακοινώσει τη δικαίωση μισθολογικών αιτημάτων των δικαστών.. Έτσι, ξερά: χωρίς αιδώ καμία..

Αν και τώρα δεν αντιδράσουμε, αύριο θα είναι πολύ αργά. Η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από βίαιες καθολικές ανατροπές της, αλλά προεχόντως από έναν ιδιότυπο μιθριδατισμό: από τη βαθμιαία εξοικείωση των πολιτών με καθημερινές αλλοιώσεις των θεσμών της, με «μικρές» της ανατροπές.

* Ο κ. Τέλλης είναι Καθηγητής Νομικής Α.Π.Θ.