ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Kefalidou

Της Χαράς Κεφαλίδου*

Μπορεί να είναι τα δημοψηφίσματα η απάντηση στο δημοκρατικό έλλειμμα που βιώνουμε στην πατρίδα μας και παγκόσμια; Η συζήτηση έχει ανοίξει. Ασφαλώς θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον ενόψει και της διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος καθώς και οι θιασώτες της διενέργειας δημοψηφισμάτων ως τεκμήριο άμεσης δημοκρατίας είναι αρκετοί. Είναι όμως τα πράγματα έτσι;

Ας ανατρέξουμε σε πρόσφατες περιπτώσεις. Στην Ουγγαρία μόλις το 39% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων προσήλθε στις κάλπες για το ερώτημα που έθεσε ο πρωθυπουργός της χώρας Β. Όρμπαν κατά της εγκατάστασης μεταναστών στην επικράτεια. Το δημοψήφισμα, σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας, κρίθηκε άκυρο, ωστόσο ο κ. Ουμπράν δήλωσε πως του δίνει ισχυρή εντολή να αντιταχθεί στην απόφαση της Ε.Ε. για την εγκατάσταση αριθμού μεταναστών σε κάθε χώρα-μέλος της Ένωσης.

Στην Κολομβία οι εξελίξεις στο δημοψήφισμα για την επικύρωση της συμφωνίας λήξης του εμφυλίου με τους αντάρτες, που ταλαιπωρεί τη χώρα, είχαν απροσδόκητη όσο και δραματική τροπή. Με οριακή πλειοψηφία, το 50,2% των ψηφισάντων απέρριψε τη συμφωνία, δημιουργώντας μείζονα εμπλοκή στην τελική διαπραγμάτευση για τον τερματισμό των ένοπλων αναμετρήσεων. Υπάρχει όμως και μια “λεπτομέρεια” που πέρασε σε δεύτερη μοίρα: η μεγάλη αποχή. Στο δημοψήφισμα πήρε μέρος μόλις το 37,3% του συνόλου του εκλογικού σώματος.

Τι μπορεί να παρατηρήσει κανείς από τις δύο αυτές δημοψηφισματικές περιπέτειες; Πρώτον, ότι η συρρίκνωση της συμμετοχής οδηγεί σε ουσιαστική απονομιμοποίηση τις πολιτικές ηγεσίες και τις επιλογές τους. Δεύτερον, τα πολιτικά αιτήματα που προβάλλονται στην πράξη ακυρώνονται ή δέχονται ουσιαστικό πλήγμα. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι θιασώτες της “άμεσης δημοκρατίας” δέχονται ένα ισχυρό πλήγμα όταν για τόσο κρίσιμα θέματα, οι πολίτες  επιλέγουν πλειοψηφικά την αποχή.

Το χειρότερο; Οι πολιτικές ηγεσίες τόσο στην Ουγγαρία όσο και στην Κολομβία-δεν εξετάζουμε εδώ το περιεχόμενο του δημοψηφίσματος- κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν και δηλώνουν εμμονή στις αρχικές τους επιλογές!

Ας δούμε λίγο και την ελληνική περίπτωση. Το “όχι” του δημοψηφίσματος μετατράπηκε σε “ναι” από την κυβέρνηση Τσίπρα. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, το όποιο πολιτικό ενδιαφέρον λόγω δημοψηφίσματος είχε μειωθεί αισθητά. Η αποχή έφτασε το 45%. Η συμμετοχή βεβαίως είναι καθοριστικό αλλά όχι και το μοναδικό στοιχείο  ώστε να κριθεί επιτυχημένο ένα δημοψήφισμα. Σε εμάς η συμμετοχή ξεπέρασε το 60%, αλλά το πρόβλημα εντοπίστηκε αλλού. Παρά το γεγονός ότι το “Όχι” συγκέντρωσε το 61,3% των ψήφων, η ελληνική κυβέρνηση ουσιαστικά υιοθέτησε τη στάση του “ναι”, καθώς έναν μόλις μήνα αργότερα προχωρούσε στην ψήφιση του “μνημονίου 3”, που βιώνουμε σήμερα!

Στις τρεις περιπτώσεις που αναφέρθηκα- χωρίς να παραγνωρίζω τις ιδιαιτερότητες σε κάθε χώρα- διαφαίνονται μεγάλα προβλήματα στη διεξαγωγή των δημοψηφισμάτων. Το πιο ανησυχητικό είναι πως οι εμπνευστές των δημοψηφισμάτων τις περισσότερες φορές τα  χρησιμοποιούν όχι ως εργαλείο δημοκρατίας αλλά ως μέσο νομιμοποίησης προειλημμένων πολιτικών αποφάσεων. (βλ. ελληνική περίπτωση). Ωστόσο οι  επιπτώσεις μιας τέτοιας χρήσης έχουν συνέπειες για τη χώρα και το σύνολο των πολιτών-ακόμα και αυτών που απέχουν

Τελικά αυτή η σπουδή και η ελαφρότητα στην διενέργεια δημοψηφισμάτων όχι μόνο δεν ενισχύει τους υπέρμαχους της “άμεσης δημοκρατίας”, αλλά αποτελεί βολικό άλλοθι για τους υπονομευτές των θεσμών της έμμεσης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Ας είμαστε λοιπόν πιο προσεκτικοί στις εύκολες και εντυπωσιακές  προτάσεις, που συνήθως περιπλέκουν αντί να λύνουν προβλήματα. Ας δώσουμε βάρος στην ουσιαστική αναβάθμιση των θεσμών και σε τελευταία ανάλυση, της δημοκρατίας μας, που βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα επικίνδυνο έλλειμμα τα τελευταία χρόνια.

*Η Χαρά Κεφαλίδου είναι βουλευτής Δράμας της Δημοκρατικής Συμπαράταξης ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ