ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

oasth

Με… εξώδικο απάντησε ο ΟΑΣΘ στον πρώην πρόεδρο του δικηγορικού συλλόγου Θεσσαλονίκης και επικεφαλής αυτοδιοικητικής παράταξης στην Καλαμαριά, Μανώλη Λαμτζίδη για την απόφασή του να προχωρήσει σε εξώδικη αναφορά κατά του Οργανισμού, για τα ρέστα που ΔΕΝ δίνουν τα μηχανήματα του τελευταίου.

Υπενθυμίζεται πως η αναφορά του κ. Λαμτζίδη (οι παρεμβάσεις του και οι τηλεοπτικές του εμφανίσεις) στηρίχτηκαν σε στοιχεία που έφερε στη δημοσιότητα πρώτη και αποκλειστικά η KARFITSA. Το ρεπορτάζ του δημοσιογράφου Βαγγέλη Στολάκη ανέφερε ότι το ύψος των εσόδων του Οργανισμού από τα ρέστα που δεν δίνουν τα μηχανήματά του ανέρχονται σε περίπου μισό εκατομμύριο ευρώ το χρόνο.

Διαβάστε εδώ το ρεπορτάζ της KARFITSA:

 ΕΡΕΥΝΑ «Κ»: Μισό εκατομμύριο ευρώ το χρόνο από τα ρέστα που… ΔΕΝ δίνει ο ΟΑΣΘ

Σύμφωνα με όσα γνωστοποιεί τώρα ο κ. Λαμτζίδης «Ο δήθεν συκοφαντούμενος ΟΑΣΘ απάντησε με καθυστέρηση (βλ. επισυναπτόμενη εξώδικη), δυσανάλογη προς το μέγεθος της δήθεν προσβολής (14 ολόκληρες ημέρες), όταν διαπίστωσε ότι τα ζητήματα που έθιγα έλαβαν διαστάσεις και έφεραν στην επιφάνεια την υπόκωφη κοινωνική διαμαρτυρία και οργή .

Νομικά , συκοφαντία υφίσταται όταν «υπάρχει σκοπός συκοφάντησης, που περιλαμβάνει την ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού ή της διάδοσης και τη γνώση ότι το διαδοθέν γεγονός είναι ψευδές…..»

Ούτε ελάχιστο ίχνος «σκοπού συκοφάντησης»  υφίσταται για όποιον καλόπιστο τρίτο διαβάζει το κείμενο της εξώδικης αναφοράς καταγγελίας που απέστειλα και δημοσιοποίησα.

Επιπλέον , είχα δικαίωμα και υποχρέωση να θίξω ΔΗΜΟΣΙΑ τα πολύ «κακώς κείμενα» ενεργώντας με την ιδιότητά μου ως αιρετού, ως πολίτη και ως καταναλωτή υπηρεσιών αστικής μεταφοράς που μονοπωλιακά προσφέρει ο ΟΑΣΘ.

Απλά, ο ΟΑΣΘ καταθορυβημένος από τη πρωτοφανή δημοσιότητα που έλαβε αυτή η κριτική αντέδρασε με αυτό το εξώδικο αφενός χωρίς να απαντήσει στην ουσία σε καμία δική μου αιτίαση, αφετέρου απειλεί με ποινικοποίηση της κριτικής σε βάρος του, και μέσω της κίνησης αυτής στη φίμωση και καταστολή των κοινωνικών αντιδράσεων.

Το τελευταίο διάστημα (2 Οκτωβρίου) σε εφημερίδα πανελλαδικής εμβέλειας ο ΟΑΣΘ αποκαλείται ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΔΙΑΦΑΝΩΝ ΣΥΝΘΗΚΩΝ, η ύπαρξή του χαρακτηρίζεται «αμαρτωλή ιστορία που αναζητά επίλογο», ενώ στο ίδιο άρθρο υπάρχουν οι  φράσεις ότι «ο ΟΑΣΘ έμαθε να λυμαίνεται το δημόσιο χρήμα συνάπτοντας σκανδαλώδεις συμβάσεις» , ότι «αρμέγει το Δημόσιο», και ότι «κύριο προσόν για να προσληφθεί κάποιος στον ΟΑΣΘ ήταν να είναι συγγενικό ή φιλικό πρόσωπο μετόχου-εργαζόμενου που αν ήταν και συνδικαλιστής ακόμα καλύτερα».

Ένας Δήμαρχος μάλιστα Δήμου του βορειοδυτικού Τμήματος του Πολεοδομικού Συγκροτήματος σε δημόσια συνεδρίαση της ΠΕΔ (τοπική καθημερινή εφημερίδα της 28.9.20160  μίλησε αναφερόμενος στον ΟΑΣΘ  για «ένα φαύλο, καθεστώς ρεμούλας».

Αυτά , δεν ενόχλησαν τον ΟΑΣΘ».

Και συνεχίζει ο κ. Λαμζτίδης: «Ο ΟΑΣΘ , οφείλει λοιπόν να ΑΡΝΗΘΕΙ να τα συμψηφίσει με την υποχρέωση επιχορήγησης από το Ελληνικό Δημόσιο , όπως και το Ελληνικό Δημόσιο αντίστοιχα να μην δεχθεί τη μείωση της επιχορήγησης κατά το ποσό αυτό που εισπράττεται και παρακρατείται ΠΑΡΑΝΟΜΑ.

Δεν συμψηφίζεται η  υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου   που στηρίζεται σε σύμβαση- ληστρική στην ουσία της – να επιχορηγεί τακτικά τον ΟΑΣΘ με την αξίωση που πρέπει να προβάλει ο ΟΑΣΘ τα ποσά αυτά (περίπου 650.000 ευρώ σε ενάμιση χρόνο) να ΠΑΡΑΜΕΙΝΟΥΝ στα χέρια του ως «παρανόμως κτηθέντα».

Ας δεχτούμε λοιπόν ότι δεν «μοιράζονται» στους μετόχους του ΟΑΣΘ.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι: Γιατί ο ΟΑΣΘ τα παρακρατάει παράνομα και δεν φρόντισε από την αρχή, είτε στη συνέχεια τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων να δίνουν ρέστα, όπως σε κάθε πολιτισμένο και ευνομούμενο κράτος;

Γνωρίζει το Ελληνικό Δημόσιο ότι το ποσό που προκύπτει μέσα από μία παράνομη πρακτική μειώνει το ποσό της επιχορήγησης; Κι αν δεν το γνωρίζει, φρόντισε ο ΟΑΣΘ να του το γνωστοποιήσει; Αν όχι γιατί;

Γιατί θα έπρεπε να γίνει αυτό γνωστό μέσα από μία δημοσιογραφική έρευνα και την συνεπακόλουθη δημοσιοποίηση του θέματος και όχι έγκαιρα από την αρχή από τον ίδιο τον ΟΑΣΘ;

Καταλήγω ότι ο ΟΑΣΘ δεν απάντησε  στην ουσία της διπλής καταγγελίας μου και  υπεκφεύγει».