ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Τράπεζες, φωτο Σάββας Αυγητίδης

Η έλλειψη (χαμηλού κόστους) ρευστότητας και οι αυξημένοι πιστωτικοί κίνδυνοι που εμπεριέχονται στο δανειακό χαρτοφυλάκιο λόγω του εύρους των NPEs είναι οι κυριότεροι λόγοι που δεν επιτρέπουν στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ελλάδας να «λειτουργήσει» και να χρηματοδοτήσει επαρκώς τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας, επισημαίνει σε ανάλυση του για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την οικονομία το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Η ανάλυση, που υπογράφει ο ερευνητής Χρηματοοικονομικών του ΚΕΠΕ και επισκέπτης Καθηγητής έρευνας του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης (NYU – Stern Business School) Νίκος Γεωργικόπουλος, καταλήγει στις 6 αναγκαίες προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν προκειμένου να απαλλαχθεί οριστικά η ελληνική οικονομία από τα capital controls.

Συγκεκριμένα:

  1. Oι αξιολογήσεις του οικονομικού χρηματοδοτικού προγράμματος της Ελλάδας πρέπει να είναι επιτυχείς, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις το επόμενο χρονικό διάστημα.

Επιπροσθέτως, απαραίτητη κρίνεται η εφαρμογή όλων των υπόλοιπων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που περιγράφονται στο τρέχον Μνημόνιο, καθώς και των αναπτυξιακών πολιτικών που έχουν ως στόχο την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την ύφεση και την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής εξυγίανσης.

  1. Το χρέος πρέπει να αναδιαρθρωθεί, έστω και βραχυπρόθεσμα σε πρώτο στάδιο, μετά την ολοκλήρωση της τρέχουσας αξιολόγησης (Οκτώβριο 2016), ώστε να γίνει πραγματικά βιώσιμο με την «πιστοποίηση» της έκθεσης βιωσιμότητας από το ΔΝΤ και την έγκρισή της από την ΕΚΤ.

Κάτι που θα σημάνει αυτομάτως και την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ.

  1. Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το Κράτος και το πολιτικο-οικονομικό σύστημα πρέπει να αποκατασταθεί άμεσα.

Όσο υπάρχει αβεβαιότητα στο κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον και οι Έλληνες δεν εμπιστεύονται την οικονομική στρατηγική που προτείνεται, η όποια προσπάθεια γίνεται για ανασύσταση της ελληνικής οικονομίας δεν θα έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα.

  1. Η εδραίωση της εμπιστοσύνης των Ελλήνων καταθετών προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κρίνεται απαραίτητη.

Αυτό αντανακλάται στην επιστροφή (αύξηση) των καταθέσεων.

Δεν δύναται να υπάρξει πλήρης άρση των capital controls αν δεν επιστρέψουν περίπου τα 2/3 των καταθέσεων που αποσύρθηκαν από το τραπεζικό σύστημα το διάστημα μεταξύ Δεκεμβρίου του 2014 και λίγο πριν την επιβολή των περιορισμών (περίπου 20 δισεκ. ευρώ).

  1. Για όσο χρονικό διάστημα η Ελλάδα βρίσκεται στο πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής, η ευρωπαϊκή οδηγία αναφορικά με την εγγύηση των καταθέσεων μέχρι 100.000 ευρώ, θα πρέπει να ισχύσει κατά γράμμα και χωρίς εξαιρέσεις, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία συνθηκών εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα.
  2. Οι τράπεζες οφείλουν να επικεντρωθούν στο μείζον πρόβλημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ώστε να επιτύχουν τους στόχους που τέθηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδος για την άμεση μείωσή τους το επόμενο χρονικό διάστημα».

Επιπλέον, οι τράπεζες πρέπει να προβούν σε μεγαλύτερου εύρους αναδιαρθρώσεις των μη εξυπηρετούμενων στεγαστικών και μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με μείωση επιτοκίων, αύξηση περιόδου χάριτος και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής.

Σε ειδικές περιπτώσεις, αν όλα τα προηγούμενα μέτρα δεν αποδώσουν, τότε οι τράπεζες θα μπορούσαν να προβούν και σε άμεση απομείωση «haircut» ενός μέρους του αρχικού κεφαλαίου των προβληματικών αυτών δανείων, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταστούν εξυπηρετήσιμα. Ταυτόχρονα όμως, πρέπει να τους «επιτραπεί» να προβούν άμεσα σε περιορισμένης κλίμακας πλειστηριασμούς ακινήτων και επιχειρήσεων των οποίων αποδεδειγμένα οι ιδιοκτήτες/κάτοχοι είναι «στρατηγικοί κακοπληρωτές». Το μέτρο αυτό θα λειτουργήσει ως μέσο πίεσης προς τους τελευταίους και θα ανακόψει την αυξητική πορεία των επισφαλειών, απελευθερώνοντας συνάμα ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.Οι παραπάνω έξι δράσεις αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για να αποδεσμευτεί η ελληνική οικονομία από τα capital controls.

Ωστόσο, για να αποδειχθούν και ικανές, χρειάζεται να παρέλθει τουλάχιστον το πρώτο εξάμηνο του 2017, καθότι η πλήρης υιοθέτηση και εφαρμογή των παραπάνω απαιτεί σημαντικό χρόνο.