ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

%cf%83%cf%8d%ce%bd%ce%bf%cf%81%ce%b1-%ce%95%ce%bb%ce%bb%ce%ac%ce%b4%ce%b1-%ce%a4%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%ba%ce%af%ce%b1

Αναντίρρητα, κατά το προηγούμενο διάστημα, ένα από τα θέματα που κυριάρχησε στον δημόσιο χώρο ήταν οι δηλώσεις του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, σχετικά με την ιστορική αξιολόγηση και την συγκαιρινή χρησιμότητα της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.

του Χρήστου Ζιώγα*

Δεν θα επικεντρωθούμε τόσο στα λεγόμενα του επηρμένου ηγέτη, όσο θα εστιάσουμε στον τρόπο που προσλαμβάνει η ελληνική κοινωνία την αναθεωρητική πολιτική της γείτονος χώρας. Περιγράφοντας συνοπτικά την κατάσταση αναφορικά με το καθεστώς του Αιγαίου, από το 1995 που κυρώσαμε την συνθήκη του Montego Bay για το δίκαιο της θάλασσας και εντεύθεν, διαπιστώνουμε, πέραν πάσης αμφισβήτησης, ότι η Τουρκία έχει αποτρέψει την Ελλάδα να ασκήσει τα, προβλεπόμενα από την σύμβαση, δικαιώματά της. Πιο συγκεκριμένα, δεν έχουμε επεκτείνει τα χωρικά μας ύδατα πέραν των υφισταμένων 6 ν.μ. και δεν έχουμε ανακηρύξει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Η Άγκυρα έως σήμερα έχει επιβάλει την, επιζήμια για την χώρα μας, αναστολή εφαρμογής των διατάξεων του δικαίου της θάλασσας, «ανταλλάσοντας» την με μια σχετική σταθερότητα. Εκτός από την επίσημη δήλωση, μέσω ψηφοφορίας στο τουρκικό κοινοβούλιο, ότι συνιστά casus belli η επέκταση των χωρικών μας υδάτων, υπομιμνήσκει διαρκώς, μέσω των παραβιάσεων του εναερίου χώρου και των χωρικών υδάτων, τους αναθεωρητικούς της στόχους. Αναμφίβολα την παρούσα περίοδο παρατηρείται ποιοτική αναβάθμιση της εν λόγω συμπεριφοράς, με την οποία επιδιώκει πλέον να αλλάξει, και όχι να διατηρήσει, προς όφελός της το status quo στο Αιγαίο.

Επί τη βάσει αυτής της συλλογιστικής θα ήταν χρήσιμο να διερωτηθούμε τι (θα) συνιστά πλέον κρίση και τί θεωρούμε κανονικότητα ως προς την τουρκική συμπεριφορά στο Αιγαίο; Ουδείς ομιλεί εδώ και καιρό για την επέκταση των χωρικών υδάτων, ούτε για την ανακήρυξη της ΑΟΖ, ενώ παράλληλα οι παραβιάσεις και παραβάσεις του εναερίου χώρου και των χωρικών υδάτων έχουν καταστεί μία αποδεκτή καθημερινότητα. Το τι λογίζεται ως πρόκληση ή εν δυνάμει κρίση επιδέχεται διαρκώς μια συσταλτική, επί τα χείρω, για εμάς ερμηνεία. Υπό αυτό το πρίσμα η γείτονα έχει διάγει μια σιωπηρή πολιτική νίκη που λογικά θα επιδιώξει να την κεφαλαιοποιήσει μέσω μίας διμερούς συμφωνίας.

Οι ενέργειες της Τουρκίας δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας…

Ακολούθως, στο έτερο θέμα που άπτεται των σχέσεων του ελληνισμού και της Τουρκίας, η ζέση, εκ μέρους της ελληνοκυπριακής πλευράς, για μια άρον–άρον επίλυση του κυπριακού δύναται να ερμηνευθεί μόνο ως προσπάθεια να γίνει παγκοίνως κατανοητός ο μαξιμαλιστικός και αδιάλλακτος ρόλος της τουρκικής πλευράς, ακόμη και προς τους τουρκοκυπρίους. Ειδάλλως το όλο εγχείρημα, να επέλθει μια επιπόλαια και αλυσιτελή συμφωνία με την παρούσα ηγεσία στην Άγκυρα, δύναται να προσδιοριστεί ως μία μορφή συλλογικού αυτοκτονικού ιδεασμού. Εφ’ όσον συνεχιστεί η σημερινή κατάσταση στο Αιγαίο είναι σχεδόν βέβαιο πως η Άγκυρα εν καιρώ θα αναχαιτίζει τα ελληνικά αεροσκάφη που θα ίπτανται ανατολικότερα του 25ου μεσημβρινού, καθώς επίσης θα παρενοχλεί ελληνικά πλοία που θα πλέουν μεταξύ νήσων του ανατολικού Αιγαίου, ίσως και δυτικότερα αυτών, και της μικρασιατικής ακτής. Οι δηλώσεις και κυρίως οι ενέργειες της Τουρκίας δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας και ουδείς δύναται να επικαλεστεί τους στίχους του μεγάλου αλεξανδρινού ποιητή: Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Ο ελληνισμός θα κληθεί να διαχειριστεί μια νέα ελληνοτουρκική κρίση

Οι διαπρύσιοι θιασώτες του κατευνασμού, έσπευσαν παρευθύς να ερμηνεύσουν την δήλωση του Ερντογάν ως μια αμιγώς εσωτερικής κατανάλωσης ενέργεια, στην προσπάθεια του να «αποκαθηλώσει», εντός της τουρκικής κοινωνίας, τον Μουσταφά Κεμάλ. Όντως το ακροατήριο ήταν εσωτερικό, τα λεγόμενα όμως ειπώθηκαν γνωρίζοντας πως δεν θα υπάρξει καμία ουσιαστική αντίδραση από την ελληνική πλευρά. Ο ελληνισμός, εν ευθέτω χρόνω, θα κληθεί να διαχειριστεί μια νέα ελληνοτουρκική κρίση, διότι όσο και περιοριστική χρήση των όρων και της λογικής διαπράττει η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα μας εξωθήσει, εκ των πραγμάτων και υπό χειρότερες για εμάς συνθήκες, στο δίλημμα: αποδοχή των αξιώσεων της γείτονος ή σύγκρουση. Αν και πιστεύω πως θα βρεθούν πολλοί που θα συνταυτιστούν με την πρώτη επιλογή, δύσκολα θα γίνει καθολικά αποδεκτή. Πέραν της διαχείρισης ή της πρόσκαιρης αποφυγής μίας κρίσης, θα ήταν χρήσιμο να προσμετρήσουμε, την διαχείριση των καταστάσεων με όρους ιστορικότητας, κι όχι επί τη βάσει προσωπικών πεποιθήσεων και μικροπολιτικών υπολογισμών.

*Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων / πηγή neapolitiki.gr