ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

media-mikrofona-1

Πλήρη ανατροπή στα σχέδια και της εξαγγελίες της κυβέρνηση για «μαύρο» στα ιδιωτικά κανάλια, έφερε η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε αντισυνταγματικό το νόμο Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες, με ψήφους 14 έναντι 11. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο δεν έδωσε καμία προθεσμία για διορθώσεις στο συγκεκριμένο νόμο και απέρριψε στο σύνολό της τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, κρίνοντας ότι μόνο το ΕΣΡ είναι αρμόδιο για τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου. Έτσι, ο διαγωνισμός για τις τέσσερις άδειες θεωρείται ουσιαστικά ως μη γενόμενος και τα υφιστάμενα τηλεοπτικά κανάλια, που δεν πήραν άδεια βάσει της διαδικασίας του νόμου Παππά, θα συνεχίσουν να λειτουργούν.

Της Έλενας Καραβασίλη

Την ίδια ώρα θύελλα αντιδράσεων έχουν προκαλέσει οι δηλώσεις της κυβερνητικού εκπροσώπου Όλγας Γεροβασίλη. Αφήνοντας αιχμές κατά του ΣτΕ η κ. Γεροβασίλη είπε πως το ΣτΕ είναι το δικαστήριο που «έκρινε συνταγματικά τα μνημόνια που διέλυσαν την Ελλάδα, έκρινε συνταγματικό το μαύρο στην ΕΡΤ και έκρινε συνταγματικό το PSI που διέλυσε τα ασφαλιστικά ταμεία». Μάλιστα, ανέφερε πως η κυβέρνηση δεν θα επιτρέψει με την απόφαση του ΣτΕ να οδηγηθεί η χώρα στον προηγούμενο αντισυνταγματικό καθεστώς, διευκρινίζοντας πως η νομοθετική πρωτοβουλία ανήκει στη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση. Μιλώντας στην εφημερίδα Karfitsa, ο πρώην πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Γιώργος Παναγιωτόπουλος τόνισε πως: «οι δικαστικές αποφάσεις είναι νομικά κείμενα και όχι πολιτικές εξαγγελίες». Ο ίδιος μάλιστα είχε εκφράσει εξαρχής τη θέση πως ο νόμος Παππά για τις τηλεοπτικές άδειες είναι αντισυνταγματικός. «Στη δημοκρατία επικρατεί ότι πει η πλειοψηφία. Εκτίθενται τα επιχειρήματα, οι απόψεις, ερμηνεύεται ο νόμος και στη συνέχεια γίνεται η ψηφοφορία. Αναφορικά όμως με το νόμο για τις τηλεοπτικές άδειες, πρέπει να δούμε το σκεπτικό αυτής της απόφασης ώστε να μπορέσουμε να φτιάξουμε έναν καινούριο νόμο. Που εντόπισε δηλαδή η πλειοψηφία το σφάλμα του νόμου», σημειώνει ο κ. Παναγιωτόπουλος. Και συνεχίζει: «αν καταλαβαίνω καλά η αντισυνταγματικότητα είναι ριζική, δηλαδή δεν μπορεί να γίνει απολύτως τίποτα αν δεν υπάρχει το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Αν τα πράγματα είναι έτσι, το μοναδικό μέλημα της κυβέρνησης πρέπει να είναι η συγκρότηση του ΕΣΡ». Ο πρώην πρόεδρος του ΣτΕ υπενθυμίζει ότι: «είχα πει εξαρχής πως ο συγκεκριμένος νόμος είναι αντισυνταγματικός και δεν αλλάζω την άποψή μου ακόμη και αν η απόφαση του ΣτΕ ήταν διαφορετική. Το σύνταγμα τα αναθέτει όλα αυτά στο ΕΣΡ και το γεγονός ότι δεν έχουμε ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο δεν είναι ικανό να ανατρέψει τη συνταγματική αυτή αρχή. Ας ρίξουν λοιπόν λίγο νερό στο κρασί τους τα πολιτικά κόμματα, να βρούνε την άκρη, ώστε να συγκροτηθεί το ΕΣΡ. Και από εκεί και πέρα όλα θα εξελιχθούν ομαλά και σύμφωνα με το σύνταγμα. Το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο για να μεταβληθεί πρέπει να ξεκινήσουμε από το ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο. Δε μπορεί να μεταβληθεί με άλλο τρόπο». Τέλος σχολιάζοντας τις δηλώσεις της κα. Γεροβασίλη, ο κ. Παναγιωτόπουλος σημείωσε χαρακτηριστικά: «αν η κα. Γεροβασίλη θέλει να κρίνει τις αποφάσεις των δικαστηρίων με ποσοτικά κριτήρια τότε συζητάμε για παιδαριώδη πράγματα. Αλίμονο αν οι δικαστικές αποφάσεις εκρίνοντο με τέτοιου είδους κριτήρια. Οι δικαστικές αποφάσεις κατά τη γνώμη μου είναι σεβαστές και πρέπει να εφαρμοστούν υποχρεωτικά, από εκεί και πέρα επιτρέπεται η κριτική με νομικά όμως επιχειρήματα. Οι δικαστικές αποφάσεις είναι νομικά κείμενα και όχι πολιτικές εξαγγελίες».

«Επικίνδυνη μία δικαιοσύνη σε άλλη κατεύθυνση»

Την ίδια ώρα η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων έδωσε τη δική της οργισμένη απάντηση στις δηλώσεις της κα. Γεροβασίλη. Οι δικαστές, αναφέρουν μεταξύ άλλων, πως «μία δικαιοσύνη σε άλλη κατεύθυνση θα ήταν επικίνδυνη για τη δημοκρατία μας και το κράτος δικαίου». Συγκεκριμένα τονίζουν ότι: «η απόφαση του ΣτΕ, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της εγγυητικής λειτουργίας της Δικαστικής εξουσίας, που ανατίθεται μόνο σε αυτήν από το Σύνταγμα, προκάλεσε άλλη μία φορά αδικαιολόγητες επιθέσεις της Κυβέρνησης κατά της Δικαιοσύνης, πρώτη φορά όμως τόσο έντονες, με σαφή προσπάθεια να εντάξει τη Δικαιοσύνη και τους λειτουργούς της στην πολιτική αντιπαράθεση. Κατηγορήθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο για τις αποφάσεις του στα Μνημόνια, το «κούρεμα» των ομολόγων, τη διάλυση των ασφαλιστικών ταμείων, σα να είναι αυτό που νομοθετεί και όχι οι μέχρι σήμερα Κυβερνήσεις που επέβαλαν τα δυσβάσταχτα για την κοινωνία μέτρα. Επιρρίπτεται ευθύνη στο Δικαστήριο διότι δεν υπολόγισε τις συνέπειες που προκαλεί η κήρυξη της αντισυνταγματικότητας του συγκεκριμένου νόμου και γιατί παρεμποδίζει με την απόφασή του την άσκηση της οικονομικής πολιτικής της Κυβέρνησης. Βασική και θεμελιώδης υποχρέωση των Δικαστών είναι να κρίνουν τις υποθέσεις με βάση το Σύνταγμα χωρίς να υπολογίζουν σκοπιμότητες και πολιτικές επιδιώξεις. Μία Δικαιοσύνη με άλλη κατεύθυνση θα ήταν πολύ επικίνδυνη για τη Δημοκρατία μας και για το Κράτος Δικαίου. Ο οικονομικός σχεδιασμός και ο τρόπος εξεύρεσης των απαραίτητων κονδυλίων για τη λειτουργία των κρατικών δομών είναι ευθύνη της Κυβέρνησης, ενώ καθήκον δικό μας είναι η διαφύλαξη της Συνταγματικής νομιμότητας. Στη Δημοκρατία δε νοείται κανενός είδους αντιπαλότητα μεταξύ των εξουσιών. Η ομαλή λειτουργία των θεσμών προϋποθέτει κατανόηση του διακριτού ρόλου της κάθε εξουσίας και εγκατάλειψη κάθε προσπάθειας χειραγώγησης της μιας από την άλλη».