ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

του Αλέξανδρου Παπουτσή*

Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη πλην μιας μεγάλης σε έκταση πολιτικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ και συνολικής αποδοκιμασίας της διακυβέρνησής του, σε οποιοδήποτε χρονικό σημείο και αν λάβουν χώρα εθνικές εκλογές, θα συνιστά έκπληξη μεγατόνων. Είναι τέτοια η ζημία στη χώρα από την διακυβέρνησή του που δεν αφήνει περιθώρια ανάκαμψης και αντιστροφής του κλίματος.

Παραμένουν βέβαια αρκετά ερωτήματα στο τραπέζι με βασικότερο την κατάσταση στην οποία θα παραδώσει τη χώρα στην όποια επόμενη κυβέρνηση. Μία καλή εξέλιξη θα ήταν να μην έχει επέλθει κάποια μείζονος σημασίας μη αναστρέψιμη καταστροφή, όπως Grexit‐δραχμή ή υποχώρηση στα εθνικά ζητήματα (βλ. υπόθεση Κύπρου, αναθεωρητισμό Τουρκίας, διεθνή απομόνωση). Το κόστος ΣΥΡΙΖΑ στα της οικονομίας είναι δυσθεώρητο – ιδιαίτερα στη δυναμική του χρέους αλλά για την οικονομία του άρθρου ας δεχθούμε ότι υπό συγκεκριμένες συνθήκες είναι αναστρέψιμο.

Δεν είναι όμως μόνον αυτό το ερώτημα στο τραπέζι της επόμενης μέρας. Η επόμενη μέρα μετά τον ΣΥΡΙΖΑ θα είναι μία δύσκολη μέρα όπου η νέα κυβέρνηση θα αναγκαστεί να λάβει δύσκολες αποφάσεις σε έκτακτο καθεστώς, χωρίς κοινωνική ανοχή και πίστωση χρόνου. Ένα τιτάνιο έργο στοιχειώδους ανόρθωσης της χώρας και επιστροφής σε μία αναπτυξιακή κανονικότητα είναι ο βασικός στόχος. Δεν γνωρίζουμε όμως αν είναι αρκετός και επαρκής.

Το να απομακρυνθεί ο ΣΥΡΙΖΑ με την παρούσα ηγεσία του και τις πολιτικές ιδεοληψίες, τις καθυστερήσεις, τις αδυναμίες και τον δομικό κυνισμό του από την εξουσία σίγουρα είναι κέρδος. Ομιλούμε πάντα για το κόμμα ‐ ηγετική ομάδα ΣΥΡΙΖΑ και όχι κατ’ ανάγκη για τις κοινωνικές ομάδες που τον ακολούθησαν πιστεύοντας τις υποσχέσεις του. Είναι η απαραίτητη αλλά όχι ικανή προϋπόθεση ανάκαμψης της χώρας.

Ικανές προϋποθέσεις ανάκαμψης της χώρας θα δημιουργηθούν μόνον εάν η επόμενη κυβέρνηση που θα αναλάβει τις τύχες τις χώρας καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό της. Μόνον εάν έχει σχέδιο, μόνον εάν έχει εξασφαλίσει τη στήριξη μιας κρίσιμης μερίδας του εκλογικού σώματος αλλά και της κοινωνίας. Μόνον εάν είναι αποφασισμένη να αλλάξει τα κακώς κείμενα, μόνον εάν έχει το απαραίτητο πολιτικό και στελεχιακό δυναμικό να στηρίξει μία τέτοια προσπάθεια χωρίς υπαναχωρήσεις, κωλυσιεργίες και δισταγμούς.

Μια κυβέρνηση πραγματικών και αυθεντικών φιλοευρωπαϊκών και μεταρρυθμιστικών δυνάμεων ( χωρίς επί της αρχής αποκλεισμό του ηττημένου πολιτικά ΣΥΡΙΖΑ) που θα πρέπει εντός τεσσάρων ετών να βελτιώσει σε όλα τα επίπεδα τη χώρα, οφείλει να ξεπεράσει τον κατεστημένο τρόπο διακυβέρνησης. Να απαρνηθεί όλες τις δεδομένες έξεις του ελληνικού μεταπολιτευτικού κυβερνάν που σχετίζονται με πελατειασμό, εσωκομματικές ισορροπίες, ικανοποίηση αιτημάτων ομάδων πίεσης και συντεχνιών. Οφείλει στην Ιστορία και στον ελληνικό λαό να κάνει κτήμα της και «ιδιοκτησία» της το πρόγραμμα ανασυγκρότησης και όχι ράθυμα και αμυντικά να παρουσιάζεται ως απλός εφαρμοστής ενός ξενόφερτου μνημονίου. Εάν θέλει αλλαγές, επαναδιαπραγμάτευση όρων, εναλλακτική παραμετροποίηση οφείλει να υπερβεί το μνημόνιο θετικά.

Στην πιθανότητα δυνατότητας άντλησης κεφαλαίων από τις αγορές –έστω περιορισμένων και ακριβών– εν τοις πράγμασι θα κληθεί να αποδείξει τις προθέσεις της με τον τρόπο με τον οποίο θα τα χρησιμοποιήσει. Εάν κινηθεί προς αύξηση του μισθολογικού κόστους του δημοσίου, του ασφαλιστικού και μονοπλεύρως σε κατασκευές, θα σημαίνει πως οι ανεπάρκειες της περιόδου 2010-2015 δεν έγιναν μάθημα.

Κλείνοντας, μια τέτοια κυβέρνηση καλό θα είναι να είναι κυβέρνηση συνεργασίας, με επεξεργασμένη προγραμματική συμφωνία, με συμμετοχή των μεταρρυθμιστών των κομμάτων που θα την συναποτελούν και με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και στοχοθεσίες που θα διευκολύνουν την αξιολόγησή της από τους πολίτες έναντι της εντολής που θα τους παρέχουν οι τελευταίοι.

*Ο κ. Παπουτσής είναι πολιτικός επιστήμονας