ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ο «Μέγας Αλέξανδρος» του ελληνικού ποδοσφαίρου, Γιώργος Κούδας, συμπλήρωσε 70 χρόνια ζωής, στις 23 Νοεμβρίου. Μέσα από το Aθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και το Πρακτορείο Sport, ο Γιώργος Κούδας θυμάται τις στιγμές και τους ανθρώπους που τον «σημάδεψαν» στην καριέρα και στη ζωή του. Τι θα έκανε σήμερα αν ήταν 25 χρόνων και έβλεπε αυτή την κατάσταση στο ελληνικό ποδόσφαιρο; «θα έκανα όπως τότε που πήγα να πετάξω τη φανέλα μου στον Πατακό στο Γ. Καραϊσκάκης στο παιχνίδι Ολυμπιακός-ΠΑΟΚ… Πήγα να σηκωθώ να φύγω και με κράτησαν οι συμπαίκτες, οι παράγοντες και οι προπονητές. “Θα μας στείλεις στη Γιάρο, στη Λέρο και στον Αϊ Στράτη” μου έλεγαν. Το ίδιο θα έκανα και σήμερα. Θα έλεγα: “Πάμε στον πρωθυπουργό να του πούμε ή θα σταματήσουν ή δεν παίζουμε ποδόσφαιρο».
-Κύριε Κούδα, διανύετε πλέον την 8η δεκαετία της ζωή σας; Tι σας έδωσε το ποδόσφαιρο;
«Για μένα το ποδόσφαιρο ήταν ανοιχτό πανεπιστήμιο. Ένα σχολείο… εφόρου ζωής, αφού μπήκα στα 12 και διήρκεσε μέχρι το 1984 που σταμάτησα. Πήγαινα νυχτερινό σχολείο, δούλευα και προπονούμουν από παιδί. Μέσα σε αυτό το χώρο συνάντησα πολύ μεγάλους παράγοντες εκείνης της εποχής που ήταν δάσκαλοι, καθηγητές πανεπιστημίου στο… ποδόσφαιρο της ζωής. Ήμουν ένα παιδί που άκουγα πολλά πράγματα, επεξεργαζόμουν, πετούσα τα άχρηστα και κρατούσα τα θετικά. Αυτό με βοήθησε και στο ποδόσφαιρο και στη ζωή μου».

-Ποια ήταν τα θετικά που κρατήσατε από τα λόγια τους και από το ποδόσφαιρο;
«Αξίες όπως η αλληλεγγύη και η συναδελφικότητα. Όλα αυτά τα κατέκτησα και τα κράτησα εφόδιο στη ζωή μου, μέχρι σήμερα… 32 χρόνια μετά το τέλος της καριέρας μου».

-Και αρνητικά;
«Η περιπέτειά μου με τη μεταγραφή που δεν ολοκληρώθηκε από τον ΠΑΟΚ στον Ολυμπιακό. Έμεινα δύο χρόνια χωρίς ομάδα (1966-68). Μια μεταγραφή που δεν έγινε και ούτε επρόκειτο να γίνει. Προπονούμουν ένα χρόνο και κάτι, μέχρι τον Απρίλιο του 1967 με τον Ολυμπιακό. Εν συνεχεία έπαιζα μόνο στην εθνική Ενόπλων και στο Λιμενικό σώμα, στο οποίο κατετάγην ως εθελοντής. Έπρεπε να παρουσιαστώ στη Σύρο για να υπηρετήσω τη στρατιωτική θητεία μου, αλλά επέλεξα να πάω εθελοντής στο Λιμενικό. Έμεινα εκτός πραγματικότητας. Στα 10 χρόνια είσαι ακόμη ένα ταλέντο μόνο και τα δύο αυτά χρόνια είχαν επιπτώσεις».

-Πως πήρατε την απόφαση να πάτε στον Ολυμπιακό αφού αγαπούσατε τον ΠΑΟΚ;
«Επειδή έβλεπα έναν πατέρα να δουλεύει σκληρά (ήταν σερβιτόρος), προσπαθούσα να βελτιώσω το επίπεδο της ζωής της οικογένειας. Είχα έναν σύμβουλο, ο οποίος είχε θέση στο Δ.Σ. του ΠΑΟΚ και του ζήτησα να με βοηθήσει, να φτιάξει δηλαδή ένα μαγαζί για τον πατέρα μου. Πήραμε καινούρια κουζίνα, ψυγείο που είχαν μείνει απλήρωτα και όταν έφτασε η ώρα να πληρωθούν έπρεπε να συναινέσει ο πρόεδρος του ΠΑΟΚ, κ. Παντελάκης με απόφαση του Δ.Σ. για καταβολή των χρημάτων, κάτι που δεν συνέβη. Είχαν αλλάξει τα πρόσωπα στη διοίκηση. Υπήρξε σύγκρουση γιγάντων. Τότε, ο πατέρας μου που είπε πως είχε κάνει κάποια επαφή με τον Ολυμπιακό και έπρεπε να πάω, για να πληρώσουμε τις υποχρεώσεις μας. Πήγα για να μην βρεθεί με χρέη ο πατέρας μας».

-Και γιατί δεν μιλούσατε με τον πατέρα σας για έξι χρόνια μετά, όπως έχετε δηλώσει;
«Ο πατέρας μου έκλεισε το μαγαζί στη Θεσσαλονίκη και άνοιξε μπιστρό στην Αθήνα. Εκείνος ήθελε να μείνω στον Πειραιά, κάπου ήλπιζε πως θα ολοκληρωθεί η μεταγραφή. Μου είπε: “Εδώ θα μείνεις”. Δεν θα χαλάλιζα το ταλέντο μου και την αγάπη μου για το ποδόσφαιρο. Εμένα δεν θα με έθρεφε ο Ολυμπιακός μη αγωνιζόμενος. Εκείνος ήθελε να δουλεύω στο μπιστρό. Ήταν εκτός ποδοσφαιρικής πραγματικότητας. Κι όταν πήρα την απόφαση να επιστρέψω στον ΠΑΟΚ δεν μου μιλούσε για 6 χρόνια. Ήταν ισχυρογνώμων. Ήμουν κι εγώ εγωιστής. Μιλούσα, βέβαια με τη μητέρα μου…».

-Τι πιστεύετε πως θα είχε αλλάξει στη ζωή σας αν είχατε αγωνιστεί εν τέλει στον Ολυμπιακό;
«Δεν μπορώ να κάνω υποθέσεις. Μακαρίζω, όμως την απόφασή μου να επιστρέψω στον ΠΑΟΚ γιατί έδειξα ότι δεν έμεινα σε εκείνες τις δάφνες, στο ταλέντο. Έκανα αυτό που πρόσταζε η καρδιά μου και η ψυχή μου και δούλεψα το ταλέντο που είχα. Περνώντας τόσο δύσκολες καταστάσεις! Από παντού υπήρχαν… σειρήνες αυτά τα δύο χρόνια που δεν αγωνιζόμουν! Κατάφερα να περάσω μεταξύ σκύλας και Χάρυβδης και βγήκα αλώβητος. Από το αποτέλεσμα δικαιώθηκα!».

-Και οι φίλαθλοι του ΠΑΟΚ δεν σας συγχώρεσαν απλώς, αλλά σας λάτρεψαν στη μετέπειτα καριέρα σας. Πως;
«Κάποια πράγματα τα κερδίζεις με τη συμπεριφορά σου. Μάθαιναν πως ήθελα να επιστρέψω και δεν με αφήνανε. Τους έκανα να με αγκαλιάσουν και λόγω της προσωπικότητάς μου και του ταλέντου μου. Δεν διέψευσα τις προσδοκίες τους. Δεν ήμουν ο άνθρωπος που θα έβγαινα να πω εύκολες δικαιολογίες. Ο κόσμος έχει αλάνθαστο κριτήριο. Όταν του πεις ψέματα το καταλαβαίνει κάποια στιγμή. Γι’ αυτό έχω την αγάπη του. Κρατάω και πως με σέβονται άνθρωποι που γνώρισα στον Πειραιά. Ποδοσφαιριστές όπως ο Σιδέρης και ο Πολυχρονίου να σε αγαπούν ως χαρακτήρα και όχι μόνο ταλέντο! Ήταν μεγαλύτεροι μου κι εγώ έπαιρνα τα θετικά από αυτούς τους ανθρώπους».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ