ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Το «καμπανάκι» προς την κυβέρνηση για το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που κινούνται γύρω από τον κλάδο των κατασκευών και της οικοδομής, «χτυπά» ο επικεφαλής της Επιμελητηριακής Ομάδας «Ένωση Βιοτεχνών- Νέοι Ορίζοντες» του ΒΕΘ και πρόεδρος του ΣΕΜΑΣ (Σωματείο Ελλήνων Μεταποιητών Αλουμινίου και Σιδήρου), Ιωάννης Φωτιάδης, με αφορμή τις νέες επιβαρύνσεις που φέρνει το 2017 σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.

«Σήμερα, λίγες ώρες από την έλευση του Νέου Έτους και ο εφιάλτης των κεφαλαιακών ελέγχων παραμένει παρά την χαλάρωση των μέτρων, ενώ δεν έχει γίνει –παρά τις υποσχέσεις που δόθηκαν και φέτος-  ούτε ένα βήμα προς τη βελτίωση του επιχειρηματικού και επενδυτικού περιβάλλοντος, αλλά και προς την τόνωση της αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων καταναλωτών», επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ο κ. Φωτιάδης ο οποίος σε πρόσφατες συναντήσεις του με επιχειρηματίες, αλλά και με εκπροσώπους κομμάτων περιέγραψε με τα πλέον μελανά χρώματα την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στο επιχειρείν.

«Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι ελεύθεροι επαγγελματίες του κλάδου του αλουμινίου, αλλά και ευρύτερα του κλάδου της οικοδομής συνθλίβονται υπό το βάρος των φορολογικών επιβαρύνσεων, έχοντας ταυτόχρονα στο λαιμό τους τη θηλιά των ληξιπρόθεσμων και των τρεχουσών υποχρεώσεων προς τα ασφαλιστικά ταμεία, την εφορία, τους προμηθευτές αλλά και προς τις ΔΕΚΟ, ενώ ταυτόχρονα το ενεργειακό κόστος παραμένει ιδιαίτερα υψηλό αυξάνοντας σημαντικά το έλλειμμα της ανταγωνιστικότητας των προϊόντων μας στις διεθνείς αγορές», υπογραμμίζει ο κ. Φωτιάδης και παραθέτει στοιχεία ερευνών που δείχνουν την πορεία, αλλά και τη δυναμική του κλάδου αλουμινίου, αλλά και γενικότερα του κλάδου των μετάλλων τόσο στην ελληνική αγορά όσο και στο εξωτερικό.

Οι αριθμοί

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για το 2015, οι εξαγωγές προϊόντων του κλάδου του αλουμινίου αντιπροσώπευαν περίπου το 5,5% των συνολικών εξαγωγών της χώρας, κατατάσσοντάς τον σχεδόν στην κορυφή ανάμεσα σε 99 κλάδους της οικονομίας. Συγκεκριμένα:

-ο κλάδος του αλουμινίου είναι ο δεύτερος πιο εξαγωγικός κλάδος της χώρας, με εξαγωγές αξίας 1,41 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μάλιστα αύξηση κατά 10% σε σχέση με το 2014. Αυτό το στοιχείο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, αν σκεφτεί κανείς ότι οι συνολικές εξαγωγές της χώρας πέρυσι σημείωσαν μείωση κατά περίπου 5%!

-ο κλάδος του αλουμινίου είναι ο δεύτερος καλύτερος από πλευράς θετικού εμπορικού ισοζυγίου με περίπου 662 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 10% σε σχέση με το 2014.

Σήμερα, όπως φαίνεται από μελέτες φορέων όπως η Icap, τα ελληνικά προϊόντα των υποκλάδων διέλασης και έλασης εξάγονται τόσο ως επώνυμα προϊόντα για αρχιτεκτονικές, κυρίως, εφαρμογές όσο και ως ειδικά προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας σε κορυφαίες αυτοκινητοβιομηχανίες της Βόρειας Ευρώπης, αλλά και σε πρωτοπόρες ναυπηγικές βιομηχανίες παγκοσμίως, καλύπτοντας ακόμη και τις πιο υψηλές προδιαγραφές σε θέματα ασφάλειας και ποιότητας.

Ο ελληνικός κλάδος αλουμινίου απασχολεί άμεσα ή έμμεσα 30.000 εργαζομένους, ενώ στο πλαίσιό του λειτουργούν 6.000 μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις.

Όπως, επίσης, αναφέρει ο πρόεδρος του ΣΕΜΑΣ, ιδιαίτερα δυναμικός για τη χώρα μας είναι γενικότερα ο κλάδος των βασικών μετάλλων εξάγοντας περίπου το ήμισυ της παραγωγής του, γεγονός που τον καθιστά ως έναν από τους πλέον εξωστρεφείς κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, παρότι ο κλάδος των βασικών μετάλλων συνεισφέρει μόλις, το 0,5% του ΑΕΠ, καλύπτει το 15% των εξαγωγών σε αγαθά!

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και κάποια στατιστικά στοιχεία επίσημων φορέων (όπως η ΕΛΣΤΑΤ, η Icap κλπ) που αφορούν στις πωλήσεις πρωτόχυτου και δευτερόχυτου αλουμινίου. Αυτές, το 2015, αυξήθηκαν κατά 3% σε σχέση με το 2014. Η εγχώρια αγορά απορρόφησε το 45% των πωλήσεων, σημειώνοντας αύξηση  κατά 6%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2% και αντιπροσωπεύουν το υπόλοιπο 55%.

Χάθηκαν 15.000 θέσεις εργασίας

Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με τον κ. Φωτιάδη, δείχνουν με αριθμούς ότι ο κλάδος του αλουμινίου είναι ένας από τους πλέον δυναμικούς της ελληνικής οικονομίας, αλλά και ένας από τους κλάδους που χτυπήθηκε σφοδρά από την οικονομική κρίση χάνοντας 15.000 θέσεις εργασίας στα χρόνια της ύφεσης. Ειδικότερα, ο κλάδος αλουμινίου, σε σύγκριση με το 2007, έχει χάσει σήμερα πλέον του 75% των προϊόντων διέλασης, ενώ στο τέλος του 2013 είχε χάσει τεράστιο  έδαφος, φτάνοντας ουσιαστικά στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990. Οι θέσεις εργασίας, από 45.000 μειώθηκαν στις 30.000, ενώ από τα προϊόντα προφίλ που τοποθετούνται στην εσωτερική αγορά, εκτιμάται ότι το 20%-25%, δηλαδή ένα στα τέσσερα, είναι μη πιστοποιημένα, και  περνούν στην εσωτερική αγορά χωρίς κανένα έλεγχο.

Ένα σημαντικό κομμάτι του κλάδου αφορά στις επιχειρήσεις κουφωμάτων αλουμινίου που δέχτηκαν τεράστιο πλήγμα εξαιτίας της κρίσης στην οικοδομή. Σύμφωνα με στοιχεία της Icap, ο κλάδος γενικά των εξωτερικών κουφωμάτων, επί σειρά ετών συνέβαλε αποφασιστικά στο υψηλό μέγεθος της παραγωγής προφίλ αλουμινίου στη χώρα, δεδομένης της ανάπτυξης της εγχώριας βιομηχανίας έλασης – διέλασης αλουμινίου.

Όμως, μόνο στα πρώτα χρόνια την οικονομικής κρίσης, δηλαδή την περίοδο 2008-2010, η εγχώρια αγορά εξωτερικών κουφωμάτων έχασε όλα όσα είχε καταφέρει να πετύχει από το 1996 έως το 2007, όταν η οικοδομική δραστηριότητα ανθούσε και  η χορήγηση στεγαστικών δανείων κάθε άλλο παρά με το σταγονόμετρο δινόταν, ενώ και τα επιτόκια βρίσκονταν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Τα στοιχεία της κλαδικής μελέτης της Icap είναι αποκαρδιωτικά: Η συνολική παραγωγή των εξωτερικών κουφωμάτων ακολούθησε ανοδική πορεία την περίοδο 1996-2007, με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 4,4%. Να σημειωθεί ότι τα κουφώματα αλουμινίου κάλυπταν διαχρονικά το μεγαλύτερο μέρος της αγοράς με ποσοστό πλέον του 75%.

Η αγορά αυτή κατακρημνίστηκε την περίοδο 2008-2010, υποχωρώντας με μέσο ετήσιο ρυθμό μείωσης 13,1%», δηλαδή έχασε μέσα στην πρώτη τριετία της κρίσης περίπου το 40%. Η  συνέχεια είναι ακόμη χειρότερη αφού πλέον η οικοδομική δραστηριότητα έχει παγώσει, εκατοντάδες επιχειρήσεις του κλάδου αλουμινίου και σιδήρου έχουν κλείσει και οι όποιες επιχειρήσεις έχουν απομείνει παλεύουν με τους φόρους, την έλλειψη ρευστότητας, τα δυσβάσταχτα λειτουργικά έξοδα και τις υπέρογκες ασφαλιστικές εισφορές. Και μέσα σε αυτό το κλίμα οι άλλοτε δυναμικές και κερδοφόρες παραγωγικές επιχειρήσεις των συναδέλφων πέρασαν από το 2009 σε ζημιογόνες χρήσεις με τις ζημίες να αυξάνονται χρόνο το χρόνο. Όσοι καταφέρνουν να επιβιώνουν το πετυχαίνουν με μείωση της παραγωγής και του προσωπικού, με ρευστοποίηση των όποιων περιουσιακών στοιχείων έχουν απομείνει και βέβαια με τις εξαγωγές οι οποίες αποτελούν τη μοναδική σανίδα σωτηρίας και οι οποίες, ωστόσο επηρεάστηκαν σημαντικά λόγω των capital controls, καθώς διαταράχθηκε η απρόσκοπτη συνεργασία με τους προμηθευτές πρώτων υλών.

Κυβερνήσεις… αστείρευτης έμπνευσης

Εκτός από τα capital controls, η έξοδος των ελληνικών προϊόντων προς τις αγορές του εξωτερικού έχει –σύμφωνα με τον κ. Φωτιάδη- και άλλα εμπόδια, που έχουν σχέση με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων. «Μπορεί τα προϊόντα μας να είναι ποιοτικά τόσο ως προς την πρώτη ύλη όσο και ως προς τον σχεδιασμό των τελικών προϊόντων, ωστόσο το κράτος επί σειρά ετών κάνει… ό,τι μπορεί για να βάλει φραγμούς στον δρόμο προς τις ξένες αγορές, επιβάλλοντας τέτοιες επιβαρύνσεις που καθιστούν μη ανταγωνιστικά τα ελληνικά προϊόντα όσον αφορά στην τιμή, που είναι κρίσιμος παράγοντας στην παρούσα φάση όπου όλοι αναζητούν την καλύτερη σχέση ποιότητας – τιμής. Όσο και αν προσπαθούμε να συρρικνώσουμε το κόστος χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στην ποιότητα, έχουμε απέναντί μας κυβερνήσεις με… αστείρευτη έμπνευση τόσο όσον αφορά στους φόρους, άμεσους και έμμεσους, όσο και στην… παραγωγή των νόμων. Κι έτσι, αυτό που σε κάθε σοβαρή χώρα είναι αυτονόητο, στη δική μας -εν έτει 2017- παραμένει ζητούμενο: το σταθερό θεσμικό και φορολογικό και πλαίσιο που θα διευκολύνει την ιδιωτική επιχειρηματικότητα η οποία αποτελεί τη μόνη πηγή πλούτου για τη χώρα. Στο ασταθές περιβάλλον στο οποίο κινούμαστε προστίθενται και άλλα εμπόδια που πλήττουν την ανταγωνιστικότητα κι έχουν σχέση με το κόστος ενέργειας και χρήματος, καθώς και με το εργασιακό κόστος», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Φωτιάδης.

«Η κατάσταση πρέπει να αλλάξει άμεσα, προτού γίνει μη αναστρέψιμη. Ως κλάδος είχαμε εναποθέσει πολλές ελπίδες στο πρόγραμμα ‘’Εξοικονόμηση κατ’ οίκον’’, το οποίο, ωστόσο, δεν είναι ικανό από μόνο του να αλλάξει το αρνητικό κλίμα στην αγορά», υπογραμμίζει ο επικεφαλής της Επιμελητηριακής Ομάδας του ΒΕΘ, «Ένωση Βιοτεχνών –Νέοι Ορίζοντες», ο οποίος θα είναι υποψήφιος στις επικείμενες επιμελητηριακές εκλογές διεκδικώντας την προεδρία του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με τον κ. Φωτιάδη, «είναι απολύτως αναγκαία η ενίσχυση των κρατικών επενδύσεων για την ανάπτυξη της βιομηχανίας αλουμινίου ως ενός από τους κλάδους-ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας. Ένα τέτοιο πρόγραμμα κρατικών επενδύσεων θα μπορούσε να περιλαμβάνει ενέργειες που θα έχουν στόχο την ενεργειακή αναβάθμιση νοσοκομείων, σχολείων και άλλων δημόσιων κτιρίων, αλλά και την ποιοτική αναβάθμιση των κατασκευών, συμπεριλαμβανομένων και των αλουμινοκατασκευών, στα δημόσια κτίρια. Ταυτόχρονα οι αρμόδιοι οι οποίοι χαράσσουν πολιτικές θα πρέπει να πειστούν ότι ο κλάδος του αλουμινίου είναι εξαγωγικός, και έχει όλες τις δυνατότητες να είναι ανταγωνιστικός κάτι που, όμως, δεν μπορεί να συμβεί εάν πρωτίστως δεν μειωθεί το κόστος της ενέργειας, το οποίο πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το κόστος ενέργειας στην Ευρώπη. Επίσης είναι αναγκαίο να μειωθούν οι φόροι και να γίνει επιτέλους πράξη η απλοποίηση της φορολογικής νομοθεσίας και όλου του θεσμικού πλαισίου που διέπει την επιχειρηματικότητα. Η εμπειρία των τελευταίων χρόνων έχει καταδείξει πως ανάπτυξη με υπερφορολόγηση δεν γίνεται και πως η ‘’συνταγή’’ της αύξησης των φόρων και της επιβολής νέων είναι αδιέξοδη και δεν μπορεί να συνεχιστεί. Όπως επίσης δεν μπορεί να συνεχιστεί η δήμευση της ακίνητης περιουσίας μέσω του ΕΝΦΙΑ και ο καταλογισμός δυσβάσταχτων ποσών για βιοτεχνικούς και επαγγελματικούς χώρους, καθώς και ξενοδοχεία».

Ο κ. Φωτιάδης επανέλαβε ότι «η επιστροφή στην ανάπτυξη δεν θα έρθει χωρίς μεγάλες ιδιωτικές επενδύσεις και χωρίς εισροές ξένων κεφαλαίων που –με τη σειρά τους- προϋποθέτουν χαμηλούς φόρους και σταθερό πολιτικό και επενδυτικό περιβάλλον». Επίσης, θωρεί αναγκαία την επιτάχυνση στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που έχουν ανάγκη η οικονομία και η αγορά, καθώς και τη λήψη άμεσων και δραστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης προκειμένου να αποφευχθούν οι όποιες αρνητικές επιπτώσεις στον τουρισμό και το εμπόριο».