ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Μπροστά στον κίνδυνο ακραίας αναζωπύρωσης της ελληνικής κρίσης, με απρόβλεπτες παρενέργειες και στο ευρωπαϊκό πολιτικό στερέωμα, η Κριστίν Λαγκάρντ έκανε στο Νταβός ένα σημαντικό βήμα υποχώρησης, ώστε να κλείσει, στις 20 Φεβρουαρίου, η δεύτερη αξιολόγηση του ελληνικού προγράμματος.

Το «σύμφωνο Νταβός» ανάμεσα στη διευθύντρια του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ και τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, απελευθερώνει τις διαπραγματεύσεις για την αξιολόγηση από τις προτάσεις, στις οποίες επέμενε ως τώρα ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους του Ταμείου, Πόουλ Τόμσεν, και οι οποίες, στην ουσία, κατατείνουν σε πλήρη ανατροπή του προγράμματος που συμφωνήθηκε μεταξύ Αθήνας και Ευρωπαίων δανειστών, το καλοκαίρι του 2015.

Όπως ανέφερε στο Bloomberg, μετά τη συνάντηση Σόιμπλε-Λαγκάρντ στο Νταβός, αξιωματούχος που εμπλέκεται στις διαπραγματεύσεις της αξιολόγησης (δεν διευκρινίζεται αν πρόκειται για Ευρωπαίο, ή για στέλεχος του ΔΝΤ), το Ταμείο δέχεται πλέον να κλείσει η αξιολόγηση μόνο με τη νομοθέτηση του νέου «κόφτη», ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ από το 2019.

Ο νέος «κόφτης» θα πρέπει να προσδιορίζει με ακρίβεια περικοπές συντάξεων (πιθανότατα με κατάργηση προσωπικής διαφοράς) και μείωση του αφορολογήτου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να καλύπτονται αποκλίσεις στο στόχο για το πρωτογενές πλεόνασμα, όπως αυτές εκτιμώνται από το ΔΝΤ. Το Ταμείο εκτιμά ότι το 2018 η Ελλάδα δεν θα πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, αλλά μόνο 1,5%, κάτι που σημαίνει ότι ο κόφτης θα πρέπει να καλύπτει εκ των προτέρων μια ενδεχόμενη απόκλιση 2% του ΑΕΠ (περίπου 3,6 δισ. ευρώ).

Αν και αυτή η διευθέτηση δημιουργεί πολιτικούς «πονοκεφάλους» στην Αθήνα, καθώς θα πρέπει να έλθει στη Βουλή νομοσχέδιο για τον «κόφτη», τη στιγμή που η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ «βράζει», πρόκειται για ένα συμβιβασμό που απέχει… έτη φωτός από τις απαιτήσεις που προέβαλε ως τώρα το Ταμείο δια του Πόουλ Τόμσεν.

Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού σκέλους του ΔΝΤ αμφισβητούσε συνολικά το μείγμα μέτρων πολιτικής της συμφωνίας του 2015 και ζητούσε να «ξηλωθεί». Αξίωνε να εγκαταλειφθεί η προσπάθεια μείωσης των λειτουργικών και επενδυτικών δαπανών του Δημοσίου κατά 2% του ΑΕΠ ως και το 2018 και να υποκατασταθούν αυτές οι μειώσεις με περικοπές συντάξεων και αφορολόγητου ορίου άμεσης εφαρμογής, δηλαδή για τα έτη 2017 και 2018.

Αυτές οι απαιτήσεις ήταν και η βασική αιτία εμπλοκής στις διαπραγματεύσεις της δεύτερης αξιολόγησης ως τώρα, καθώς η ελληνική πλευρά απέκλειε την αναθεώρηση της συμφωνίας με τους Ευρωπαίους δανειστές και την άμεση νομοθέτηση των μέτρων, που πρότεινε ο Π. Τόμσεν.

Αντίθετα, η λύση του «κόφτη» μεταθέτει την ενδεχόμενη ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων στο μακρινό μέλλον, δηλαδή το 2019, και επιτρέπει στην κυβέρνηση να ισχυρισθεί ότι πρόκειται για μέτρα που δεν θα χρειασθεί να εφαρμοσθούν, αφού οι στόχοι του προγράμματος θα εκπληρωθούν, σε πείσμα των μόνιμα απαισιόδοξων και συνεχώς διαψευδόμενων προβλέψεων Τόμσεν.

Πρέπει να σημειωθεί, πάντως, ότι αξιωματούχος που γνωρίζει τις λεπτομέρειες των διαπραγματεύσεων αναφέρει στο “Bloomberg” ότι υπάρχει αρκετά σοβαρή εκκρεμότητα και με τις συζητήσεις για την κάλυψη του εκτιμώμενου δημοσιονομικού κενού για το 2018, το οποίο υπολογίζεται από τους εκπροσώπους των Θεσμών σε 700 εκατ. ευρώ.

Η ελληνική πλευρά έχει προτείνει ως τώρα μέτρα με στόχο εξοικονόμησης 500 εκατ. ευρώ, αλλά το προσωπικό του Ταμείου θεωρεί ότι η εξοικονόμηση θα είναι μόνο 400 εκατ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει μια διαφορά τουλάχιστον 300 εκατ. ευρώ, που θα πρέπει να καλυφθεί το επόμενο διάστημα και με μέτρα, τα οποία θα γίνονται δεκτά από το ΔΝΤ.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι βγαίνει πλέον, με τη συμφωνία στο Νταβός, από την εξίσωση των διαπραγματεύσεων ο «παράγων Τόμσεν» και αυτό αναμένεται ότι θα επιτρέψει να δοθεί νέα εντολή από το Eurogroup, στις 26 Ιανουαρίου, για την εκκίνηση διαπραγματεύσεων με τους εκπροσώπους των Θεσμών στην Αθήνα, με την προοπτική να ολοκληρωθεί η τεχνική συμφωνία (stafflevel agreement) πριν το Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου.

Εάν εξελιχθεί κατ’ αυτό τον τρόπο η διαπραγμάτευση, θεωρείται βέβαιο ότι, εντός του Μαρτίου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα εγκρίνει την ένταξη των ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, ώστε να γίνει ορατό το άνοιγμα ενός ενάρετου κύκλου γρήγορης βελτίωσης των χρηματοπιστωτικών συνθηκών στην οικονομία.

Πηγή: sofokleousin.gr