ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Ήταν 18 Απριλίου του 2016 όταν ο J. ξαναπάτησε το πόδι του στη στεριά, αφού διέσχισε με μία βάρκα το Αιγαίο Πέλαγος για να βρεθεί τελικά σώος και αβλαβής σε ελληνικό έδαφος. Έφυγε από τον Λίβανο μαζί με τα δύο του παιδιά (μία κόρη εννιά ετών και έναν γιο ενός) και τη σύζυγό του, προκειμένου να σώσουν τις ζωές τους από τις βομβιστικές επιθέσεις που αποτελούσαν πλέον μέρος της καθημερινότητάς τους. Όπως λέει στην εφημερίδα KARFITSA, το εισιτήριο για μία νέα ζωή κοστολογήθηκε από τους «διακινητές της ελπίδας» στις 4.000 ευρώ. Το αρχικό του πλάνο, όπως ισχύει άλλωστε και με την πλειοψηφία των προσφύγων και μεταναστών που φτάνουν στην Ελλάδα, ήταν να συνεχίσει το ταξίδι του προκειμένου να βρεθεί… «σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης».

Της Έλενας Καραβασίλη

Η απόβασή τους όμως στη Λέσβο, άλλαξε τα σχέδια ολόκληρης της οικογένειας που αποφάσισε τελικά να μείνει στη χώρα μας και να κάνει μία νέα αρχή. «Όταν φτάσαμε στην Ελλάδα, τα σύνορα είχαν ήδη κλείσει. Όμως ακόμη κι αν δεν επικρατούσε αυτή η κατάσταση, πάλι θα επέλεγα να μείνουμε εδώ. Είναι μία ήρεμη και ασφαλής χώρα και έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον Λίβανο. Βέβαια η φορολογία είναι αρκετά υψηλή και οι μισθοί χαμηλοί, οπότε η αναντιστοιχία σε αυτό δημιουργεί αρκετά προβλήματα. Όπως και να έχει όμως, έχω αποφασίσει πως το μέλλον των παιδιών μου βρίσκεται στη Ελλάδα», εξηγεί ο κ. J.. Στον Λίβανο εργάστηκε ως πωλητής στα Hypermarket και στα Carrefour. «Τα τελευταία δέκα χρόνια, βρέθηκα στο Abu Dhabi, στο Dubai και στο Qatar, σε δουλειές που σχετίζονται με το κατασκευαστικό κομμάτι. Όταν έφτασα στη Λέσβο, κατάφερα να βρω δουλειά μετά από δύο εβδομάδες σε μία ΜΚΟ που εδρεύει εδώ», λέει. Και εξηγεί πως το «διαβατήριο» για να βρει δουλειά ήταν οι τέσσερις ξένες γλώσσες που γνωρίζει.

sos

«Οι άνθρωποι που φτάνουν εδώ είναι διαφορετικής εθνικότητας και ο κάθε ένας μιλάει τη γλώσσα του. Καθώς αρκετοί είναι αυτοί που δε μιλούν αγγλικά, ήταν σημαντικό προσόν για μένα το γεγονός ότι μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί τους. Άλλωστε είναι κάτι που αναζητούν όλες οι ΜΚΟ που βοηθούν στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης». Ο κ. J. αποκάλυψε πως είναι χριστιανός σημειώνοντας ότι: «ο πολιτισμός, οι παραδόσεις και το γεγονός ότι είμαι θρησκευόμενος, ήταν μερικοί ακόμη παράγοντες που με έκαναν να επιλέξω την Ελλάδα». Να σημειώσουμε ότι δε δημοσιοποιούμε το πλήρες ονοματεπώνυμο του κ. J., καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη η εξέταση της αίτησης ασύλου που έχει καταθέσει.

%cf%862

Από τη Συρία σε δικηγορικά γραφεία και νοσοκομεία της Ελλάδας

Η Τόνια Πατρικιάδου εργάζεται στην ΜΚΟ «Κάριτας Ελλάς» και απασχολείται στη δομή που βρίσκεται στην Επανομή, όπου φιλοξενούνται οικογένειες προσφύγων – με τη χρηματοδότηση της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ- έως ούτε ενημερωθούν από την υπηρεσία ασύλου για την χώρα προορισμού τους. «Στη συγκεκριμένη δομή φιλοξενούνται άνθρωποι από όλα τα camps της Θεσσαλονίκης- οι οποίοι μεταφέρθηκαν εκεί από την Ειδομένη- με τη χωρητικότητα να είναι για 250 άτομα. Αυτή τη στιγμή έχουμε 14 οικογένειες, που έχουν ενταχθεί σε διάφορα προγράμματα που στελεχώνονται από κοινωνικούς λειτουργούς, ψυχολόγους και νοσηλευτές, ενώ παράλληλα γίνεται η ενσωμάτωσή τους στην τοπική κοινότητα η οποία είναι πάρα πολύ υποστηρικτική», αναφέρει. Η κ. Πατρικιάδου εξηγεί πως οι περισσότεροι επιθυμούν να φτάσουν σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης όμως, «όσο περνάει ο καιρός, είναι όλο και πιο θετικοί στο ενδεχόμενο να παραμείνουν στην Ελλάδα. Τους αρέσει ο πολιτισμός και ο τρόπος ζωής μας. Μάλιστα όσοι πρόσφυγες μιλούν αγγλικά ή γαλλικά, σε ποσοστό 95%, έχουν ήδη βρει δουλειά στη χώρας μας», λέει. Και εξηγεί: «εργάζονται ως μεταφραστές σε ΜΚΟ, σε δημόσια νοσοκομεία και σε δικηγορικά γραφεία».

Το έργο της «Κάριτας Ελλάς»

Η «Κάριτας Ελλάς» δραστηριοποιείται με φιλανθρωπικά έργα από το 1976, διοργανώνοντας συσσίτια, διανομές ρούχων και ειδών πρώτης ανάγκης. Η κ. Πατρικιάδου τονίζει πως η δράση της συγκεκριμένης ΜΚΟ είναι ιδιαίτερα έντονη, ανεξαρτήτου εθνικότητας καθώς το φιλανθρωπικό της έργο μετρά πολλά χρόνια πριν ξεκινήσει η προσφυγική κρίση. «Στη Θεσσαλονίκη το έργο της Κάριτας επικεντρώθηκε σε αστέγους και απόρους, όπου πραγματοποιούνται διάφορες δραστηριότητες καθώς και εκμάθηση ελληνικών και άλλων γλωσσών», καταλήγει.