ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
bigstock photo

Δεν υπάρχει γενικά νομοθετικό πλαίσιο στη χώρα μας, σχετικά με την εθελοντική εργασία.
Η σχέση εθελοντικής εργασίας δεν παράγεται κατόπιν δικαιοπραξίας ή βάσει κανόνων δικαίου, επειδή τα υποκείμενα της θέλουν να μην παράγονται από αυτή νομικά δικαιώματα και νομικές υποχρεώσεις, όπως ισχύει στη σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Το γεγονός ότι η εργασία παρέχεται σε εταιρίες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, σε σωματεία, συλλόγους, μη κυβερνητικές οργανώσεις κ.λ.π, δεν αποτελεί κριτήριο παροχής μη εξαρτημένης εργασίας σε αυτά.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648,649,651-653 του Α.Κ συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υφίσταται όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται έναντι του εργοδότη του σε νομική εξάρτηση η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τον τόπο παροχής της εργασίας και της εν γένει επιμελώς εκτελέσεως αυτής, παρέχοντας τις αναγκαίες εντολές και οδηγίες για την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας , οι οποίες είναι δεσμευτικές για τον εργαζόμενο και ο οποίος υποχρεούται να συμμορφώνεται προς αυτές.
Εκείνο το στοιχείο που προέχει δεν είναι το ποσοτικό αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σε αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας.
Επίσης βασικό κριτήριο αποτελεί εάν η συγκεκριμένη εργασία κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, σύμφωνα με το άρθρο 649 του Α.Κ.
Η ανωτέρω διάταξη ορίζει ότι για να υπάρξει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, πρέπει εκτός των άλλων, είτε να συμφωνήθηκε ότι η εργασία θα παρέχεται έναντι μισθού, είτε να συνηθίζεται στις συναλλαγές να παρέχεται η συγκεκριμένη εργασία έναντι μισθού.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από τα πολλά που θα μπορούσε να αναφέρει κανείς, είναι η εργασία που εκτελεί πωλητής-πωλήτρια σε εμπορικό κατάστημα, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως εργασία εθελοντική, ανεξάρτητα με το χαρακτηρισμό που θα προσδώσουν σε αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη.
Από τον συνδυασμό των άρθρων 648,652 Α.Κ και 6 του Α.Ν765/43 που κυρώθηκε με την αριθ.324/46 ΠΥΣ ,και σύμφωνα με την νομολογία των Δικαστηρίων, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο μισθωτός παρέχει την εργασία του με αμοιβή ,ανεξαρτήτως του τρόπου κατά τον οποίο προσδιορίζεται αυτή, και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη.
Στοιχεία τα οποία συνεκτιμώνται είναι επίσης:
Το είδος και η διάρκεια της εργασίας, αν η εργασία απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και δεξιότητες ,αν η παρεχόμενη εργασία συνιστά το επάγγελμα του δότη της εργασίας και το κύριο μέσο βιοπορισμού του, οι κοινωνικές ιδιότητες-κοινωνική θέση του δότη της εργασίας ,τα κίνητρα του για την παροχή της εργασίας, η τυχόν υπάρχουσα συγγενική και κοινωνική σχέση μεταξύ αυτού και του λήπτη της εργασίας, η οικονομική κατάσταση και η ηλικία του δότη της εργασίας, το γεγονός εάν εκτελεί ο απασχολούμενος την εργασία του κανονικά ή όταν αρέσκεται κ.λ.π.
Ειδικότερα όσο αφορά την τη φύση και το είδος της παρεχόμενης εθελοντικής εργασίας, αυτή θα πρέπει να συνάδει με τον γενικό ορισμό της έννοιας του εθελοντισμού που είναι η ευσυνείδητη και ανιδιοτελής προσφορά της ανθρώπινης ενέργειας για τη θεραπεία της ανάγκης του συνανθρώπου, της κοινωνίας, του περιβάλλοντος κ.λ.π,, ενώ ο φορέας ή η κοινωνική ομάδα εντός της οποίας υλοποιείται αυτή η προσφορά θα πρέπει να ανταποκρίνεται στα συνειδησιακά ,ιδεολογικά, θρησκευτικά κ.α κίνητρα του δότη της εργασίας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα για τον χαρακτηρισμό της παρεχόμενης εργασίας εκτός των άλλων, αποτελεί η οικονομική δραστηριότητα, η περιουσιακή κατάσταση και η τυχόν απασχόληση (πλήρη απασχόληση), του δότη της εργασίας και αν με αυτή εξασφαλίζεται η διαβίωση του ιδίου και της οικογένειας του.
Σημαντικό στοιχείο που καθιστά αδύνατο το χαρακτηρισμό μιας εργασίας ως εθελοντικής, είναι η ένταξη του εργαζόμενου στην επιχείρηση – εκμετάλλευση και η χρησιμοποίηση της εργασίας του για τους ουσιαστικούς παραγωγικούς σκοπούς της, σε συνδυασμό με την οργάνωση, τις εγκαταστάσεις, τον τεχνικό εξοπλισμό και την εργασία των άλλων μισθωτών της επιχείρησης-εκμετάλλευσης.
Και στην περίπτωση που ο δότης της εργασίας παρέχει την εργασία του με αντάλλαγμα την απόκτηση πρόσθετων προσόντων, μορίων κ.λ.π προκειμένου να εξεύρει εργασία μελλοντικά, εφόσον η εργασία του έχει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της εξαρτημένης εργασίας όπως προαναφέρθηκαν, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παρέχει εθελοντική εργασία (ανεξάρτητα του ανταλλάγματος που συμφωνήθηκε).
Επίσης σύμφωνα με τα παραπάνω, όταν παρέχεται εργασία με αντάλλαγμα την καταβολή αποδοχών έστω και κατώτερων των νομίμων λόγω διάφορων αιτιολογιών (απόκτηση εμπειρίας, κοινωφελής εργασία κ.λ.π), εξ ορισμού αυτό το είδος εργασίας δεν μπορεί να αποτελεί εθελοντική εργασία και να αποστερείται ο εργαζόμενος των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας καθώς και της ασφαλιστικής κάλυψης.
Γενικότερα δεν μπορεί να θεωρείται εθελοντική εργασία κάθε θέση εργασίας η οποία υποκαθιστά ή αναπληρώνει παραγωγικές θέσεις σε οργανωτικές δομές, υπηρεσίες, προγράμματα, εταιρείες, επιχειρήσεις, συλλόγους, οι οποίες καλύπτονται συνήθως και σύμφωνα με τις πάγιες ανάγκες των φορέων αυτών, από εργαζόμενους που απολαμβάνουν πλήρως τα νόμιμα εργασιακά και ασφαλιστικά τους δικαιώματα (εξαρτημένη εργασία).
Κάτι τέτοιο βέβαια θα ήταν αντίθετο από τα οριζόμενα στις αιτιολογικές εκθέσεις των νόμων 3996/2011, 4144/2013 και 4225/2014 σύμφωνα με τις οποίες, το φαινόμενο της αδήλωτης και ανασφάλιστης εργασίας αναμφισβήτητα έχει δυσμενείς και πολυεπίπεδες επιπτώσεις καθώς υπονομεύει και ακυρώνει τα δικαιώματα και την προστασία των εργαζομένων ,αποδυναμώνει τα δημόσια έσοδα και τη χρηματοδοτική επάρκεια του ασφαλιστικού συστήματος, νοθεύει τον υγιή ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων και υπονομεύει καίρια της αναπτυξιακές προοπτικές της Ελληνικής οικονομίας. Η ανάληψη δράσης για την καταπολέμηση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας ανταποκρίνεται στην στόχευση της ανάπτυξης, με παράλληλο σεβασμό στην προστασία του συνταγματικού δικαιώματος της εργασίας.
Το ΣΕΠΕ έχει καταστεί καθοριστικό εργαλείο για την εφαρμογή και τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας.
Όσο αφορά τον εντοπισμό της αδήλωτης εργασίας, υπερισχύει το δημόσιο συμφέρον και η αποτελεσματικότητα του ελέγχου μέσω της αποτρεπτικής λειτουργίας της κύρωσης έναντι της οικονομικής βλάβης του διοικούμενου.
Στα πλαίσια των ελέγχων αυτών ο Επιθεωρητής Εργασίας, λαμβάνει υπόψη όλα τα προαναφερθέντα κριτήρια και στοιχεία καθώς πραγματοποιεί ειδική, εμπεριστατωμένη και ανεξάρτητη έρευνα σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.3996/2011 και την 81 Δ.Σ.Ε.

πηγή: ergasiaka-gr.net