ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

*Του Παναγιώτη Παπαδόπουλου

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της κυβέρνησης, το 2017 αναμένεται να είναι έτος ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία. Ωστόσο η κατάσταση που επικρατεί στην πραγματική οικονομία δεν επιτρέπει περιθώρια αισιοδοξίας. Ήδη από την αρχή της χρονιάς, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι καλούνται να αντιμετωπίσουν μια νέα φοροκαταιγίδα, ενώ εκτιμάται ότι το 2017 οι φόροι και οι εισφορές θα υπερβούν το 60% του εισοδήματος των Ελλήνων. Περίπου 6 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα θα κληθούν να πληρώσουν 2,5 δισ. ευρώ επιπλέον σε φόρους, σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Σε αυτές τις επιβαρύνσεις προστίθεται η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών, που ισοδυναμεί με μείωση εισοδήματος για μεγάλες ομάδες μισθωτών, αλλά και η πρωτοφανής αύξηση των εισφορών για συγκεκριμένες κατηγορίες ελευθέρων επαγγελματιών. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η επιχειρηματική επιβίωση ισοδυναμεί με καθημερινή μάχη.

Όσο η ελληνική η οικονομία ακροβατεί, τόσο τα λουκέτα στις ελληνικές επιχειρήσεις θα συνεχίζουν με αμείωτη ένταση. Είναι χαρακτηριστικό πως στους δύο πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους, σύμφωνα με τα στοιχεία του μητρώου του ΒΕΘ, μόλις 51 επιχειρήσεις έκαναν έναρξη, ενώ τριπλάσιες (164) οδηγήθηκαν σε αναστολή εργασιών. Το αντίστοιχο περσινό διάστημα 201 επιχειρήσεις κατέβασαν ρολά, ενώ 56 έκαναν εγγραφή.

Όσο δεν επανέρχεται η κανονικότητα στην ελληνική αγορά δεκάδες επενδύσεις πολλών εκατομμυρίων ευρώ, μέσω των οποίων θα μπορούσαν να δημιουργηθούν χιλιάδες θέσεις εργασίας θα μένουν στα συρτάρια.

Το δυστύχημα και αυτό που το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, είναι πως προσπαθεί να αντλήσει έσοδα από μια… δεξαμενή που έχει στερέψει. Και όλα αυτά μετά από σχεδόν 8 χρόνια ύφεσης, όπου ο πλούτος των ελληνικών νοικοκυριών υποχώρησε σε ποσοστό 37,5% σύμφωνα με μελέτη της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η σημαντικότερη, σε αυτή τη φάση, προϋπόθεση για να βελτιωθεί η κατάσταση εντός του 2017 είναι η ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος, η οποία  καταγράφει μνημειώδη καθυστέρηση. Είναι κατανοητό ότι η αδιαλλαξία και η αδυναμία συμφωνίας μεταξύ των θεσμών και της κυβέρνησης επιβαρύνει τη θέση της Ελλάδας, που θα κληθεί να πάρει νέα εξοντωτικά μέτρα.

Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκότερου φορολογικού περιβάλλοντος για την επιχειρηματικότητα και τις επενδύσεις, την επιτάχυνση της διαδικασίας διαχείρισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων και την συνέχιση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποτελούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να ξεκινήσει μια θετική πορεία για την οικονομία και την αγορά.

*Ο κ. Παπαδόπουλος είναι πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης και α΄ αντιπροέδρου ΚΕΕ