ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Της Φιλίας Νομικού 

Η κρίση είναι της µόδας… και στο χώρο της µόδας. Και εκεί που λες, ότι η υπερφορολόγηση, το ασταθές επιχειρηµατικό περιβάλλον, η απόσταση από τις δηµόσιες σχέσεις του Κολωνακίου, η στοχοποίηση της γκλαµουριάς και η φτωχοποίηση της πελατείας, είναι αρκετές δυσκολίες για τους εναποµείναντες σχεδιαστές µόδας στη Θεσσαλονίκη, το SOS που εκπέµπουν οι ίδιοι, µας πιάνει οµολογουµένως «αδιάβαστους»: «Παιδιά… δε βρίσκουµε µοδίστρες!».

f1

«Σε λίγο καιρό θα πάνε σπίτια τους και οι τελευταίες µοδίστρες που είναι σε ηλικία σύνταξης και δε ξέρω τι θα κάνουµε οι σχεδιαστές», λέει στην Karfitsa η Ντενίζ Ελευθερίου, σχεδιάστρια Μόδας στη Θεσσαλονίκη. «Εγώ ψάχνω εδώ και πέντε µήνες µια καλή µοδίστρα να προσλάβω και δε µπορώ να βρω. Είναι δυστυχώς µια δουλειά αρκετά απαιτητική και δύσκολη στην εκµάθησή της και δεν την προτιµούν οι κοπέλες στην Ελλάδα. Στον καιρό των µαµάδων µας, πολλές κοπέλες µάθαιναν ραπτική. Πλέον καµία. Όλες θέλουν να γίνουν σχεδιάστριες. Κι όµως, η µοδίστρα είναι ένα σίγουρο επάγγελµα µε σίγουρο εισόδηµα και σε καιρούς κρίσης, διότι απλούστατα, χωρίς µοδίστρες δουλειά δε γίνεται. Ποιος θα ράψει τα ρούχα και τα νυφικά;», αναρωτιέται.

f2

«Είναι ένα πρόβληµα που το αντιµετωπίζουµε τα δύο τελευταία χρόνια πολύ έντονα», λέει στην Karfitsa και ο Νίκος Τσιγαρός στυλίστας και συνέταιρος του σχεδιαστή αδερφού του, Κωνσταντίνου Τσιγαρού, που αποτελεί ένα ακόµη γνωστό brand name από τη Θεσσαλονίκη στο χώρο της νυφικής (κυρίως) µόδας. «Είναι γεγονός πως πέρασαν δυο γενιές χωρίς να βγουν νέες µοδίστρες. Και τα ελάχιστα καλά νέα χέρια που υπήρξαν, έφυγαν στο εξωτερικό».

«Η Θεσσαλονίκη είναι κοκέτα»

Άλλωστε η Θεσσαλονίκη, όπως συµφωνούν οι δικοί της designers, έπαψε εδώ και καιρό να θεωρείται πύλη εισόδου της µόδας στην Ελλάδα. «Και πώς να µη συµβεί αυτό, όταν κάποτε υπήρχαν 4.000 βιοτεχνίες ενδύµατος στη Θεσσαλονίκη και τώρα έχουν σβήσει ή έχουν µεταφέρει την παραγωγική τους διαδικασία, το ράψιµο δηλαδή, σε γειτονικές χώρες», ρωτά ρητορικά η Ντενίζ Ελευθερίου. «Για τη δική µας δουλειά δεν υπάρχουν ελληνικές πρώτες ύλες πάντως. Εισαγωγές έκανα πάντα, από Γαλλία και Ιταλία, εισαγωγές κάνω και τώρα». «Ήταν και λίγο µύθος αυτό το “πύλη εισόδου της µόδας” για τη Θεσσαλονίκη», τονίζει από την πλευρά του ο Νίκος Τσιγαρός. «Η Θεσσαλονίκη είναι πιο κοκέτα. Αλλά µάλλον καθυστερούσε πάντα να ενστερνιστεί νέες τάσεις. Και σίγουρα δεν υπήρχε ποτέ παραγωγή υφάσµατος για τη µόδα όπως την εννοούµε. Το µετάξι ήταν σε περιορισµένη χρήση για οικιακά προϊόντα και όχι για ρούχα. Η ελληνική υφαντουργία –όταν υπήρχε- χρησιµοποιούσε κυρίως βαµβάκι και συνθετικές ίνες».

nufika-tsagaros

Για τους οίκους νυφικών της Θεσσαλονίκης, η ποιότητα παραµένει η άµυνα απέναντι στην κρίση. «Σίγουρα η πελατεία δεν είναι ίδια όπως παλιά», εξηγεί ο κ. Τσιγαρός. «Έχουµε όµως σχεδόν… οικογενειακή πίστη, από πελάτισσες που είχαν έρθει στο δικό µας ατελιέ, στο ξεκίνηµά µας, για το γάµο τους, συνεχίσανε µε τη βάφτιση των παιδιών τους και τώρα, οι ίδιες κυρίες φέρνουν τις κόρες τους, ή τις νύφες τους. Αυτό δεν το πετυχαίνεις κάνοντας εκπτώσεις στην ποιότητα. Κόβεις από αλλού. Δεν είναι τυχαίο ότι δεν γίνονται πια σοβαρές επιδείξεις πασαρέλας στη Θεσσαλονίκη. Δεν υπάρχει κοινό πια. Από την άλλη λόγω της υπερφορολόγησης, η ελληνική µόδα, έχασε έδαφος σε αγορές όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, ή το Μόναχο. Εµείς εδώ, επίσης, έχουµε έναντι της Αθήνας το πρόβληµα της µειωµένης προβολής και του… διπλού δρόµου που πρέπει να διανυθεί για την ίδια αναγνωρισιµότητα, αλλά κερδίζουµε, αντλώντας πελατεία από µια µεγάλη γεωγραφική περιοχή που περιλαµβάνει τη Βόρεια Ελλάδα από τη Θεσσαλία ως τον Έβρο, τα Βαλκάνια ακόµη και την Τουρκία».

Κόβουν… καλεσµένους

«Συναντάµε και τα δύο άκρα», λέει η κ. Ελευθερίου. «Έχει µειωθεί το budget των γάµων, αλλά το πρώτο που “κόβεται” είναι ο αριθµός των καλεσµένων. Κάποτε κάθε γάµος είχε 500 καλεσµένους, τώρα έχει 200-250. Στα νυφικά βλέπουµε στροφή σε minimal αισθητική που σίγουρα ρίχνει το κόστος, αλλά βλέπουµε και περιπτώσεις που δεν µπορώ να τις καταλάβω για την εποχή, µε νύφες που αναζητούν νυφικό των 8.000 ευρώ. Προσωπικά προτίµησα να ρίξω τις τιµές µου, χωρίς να ρίξω την ποιότητα, ώστε να διατηρήσω το καλό όνοµα και µετά την κρίση, πληρώνοντας αυτό το κόστος. Είναι αλήθεια όµως, πως σήµερα στην Ελλάδα που δεν ξέρουµε τι µας ξηµερώνει κάθε µήνα φορολογικά, κανένας νορµάλ επιχειρηµατίας δεν θα ερχόταν να ξεκινήσει µια επένδυση από το µηδέν», καταλήγει.

 «Λουκέτα» σε φηµισµένα ατελιέ

Το «µοδίστρα drain», απασχολεί την ελληνική µόδα περισσότερο από το λεγόµενο «brain drain» των επιστηµόνων, υποχρεώνοντας τους σχεδιαστές να… υποκλιθούν στις µοδίστρες. Όµως, για νυφικά ή µη, µε µοδίστρες ή χωρίς, στη Θεσσαλονίκη η οικονοµική κρίση ήδη άφησε το σηµάδι της το χώρο. Πολλά ατελιέ κλείσανε και οι σχεδιαστές… τα βρόντηξαν, µε πιο γνωστή περίπτωση αυτή του πάλαι ποτέ φηµισµένου σχεδιαστή Νικόλα, που αποφάσισε να τα παρατήσει ήδη από την αρχή της κρίσης και τώρα διατηρεί αρτοποιείο στην Τούµπα, αρνούµενος (όπως έχει πει κατά καιρούς ο ίδιος) να κάνει εκπτώσεις στην ποιότητα της δουλειάς του για να επιβιώσει από την κρίση. Άλλοι αποφάσισαν να φύγουν στο εξωτερικό, όπως η Άντρια Παπαδοπούλου, που το 2014 ήταν και υποψήφια δηµοτική σύµβουλος Θεσσαλονίκης µε το συνδυασµό «Εντάξει» του Σταύρου Καλαφάτη, αλλά έναν χρόνο αργότερα πήρε τη µεγάλη απόφαση να κλείσει τα ατελιέ της σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, και πλέον µοιράζει το χρόνο της ανάµεσα σε Παρίσι και Νέα Υόρκη, όπου την εντοπίσαµε. «Κατάλαβα από νωρίς τι έπεται, όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα γι’ αυτό έφυγα», λέει στην Karfitsa. «Δε γίνεται να σταθεί επιχείρηση υπό τις σηµερινές συνθήκες στην Ελλάδα. Αυτή η κατάσταση είναι αβάσταχτη. Και ενώ είχα και έχω ακόµα κόσµο που ζητά τις υπηρεσίες µου εκεί- γεγονός που µε τιµά και µε κολακεύει- η ζωή µου πλέον έχει αλλάξει». Το βήµα του εξωτερικού σκέφτεται και η Ντενίζ Ελευθερίου, αλλά χωρίς να αλλάξει την έδρα της επιχείρησής της.

f3

«Είναι κάτι που χρειάζεται πολύ µεγάλη οργάνωση, αλλάζει τα µεγέθη και σίγουρα θα επηρεάσει θετικά και πολύ κόσµο, καθώς θα χρειαστούν και περισσότερα χέρια και περισσότεροι “δορυφορικοί” συνεργάτες», εξηγεί. «Ας µην  ξεχνάµε πως ο γάµος, είναι σαν την οικοδοµή, από πλευράς πληθώρας επαγγελµάτων που τροφοδοτεί ως κλάδος. Μέχρι σήµερα, η ιδιαιτερότητα της επιχείρησης, που παράγει προϊόντα συχνά κατά παραγγελία και σε λίγα κοµµάτια ποιότητας, ήταν αυτή που βοήθησε να επιβιώσουµε από την πίεση της κρίσης, όχι όµως χωρίς κόστος. Αντέξαµε για παράδειγµα στα capital controls, γιατί είχαµε µακροχρόνιες σχέσεις εµπιστοσύνης µε τους προµηθευτές και κάναµε εισαγωγές περιορισµένων ποσοτήτων, επειδή θέλουµε σε κάθε νυφικό να χρησιµοποιούµε διαφορετικά υλικά και διαφορετικές λεπτοµέρειες», καταλήγει η κ. Ελευθερίου.