ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

της Ελένης Τσαλκατίδου

Ο Δημήτρης Τσακίρης διακρίνονταν για το πάθος του στο παρκέ, την εκτελεστική του δεινότητα και τη μαχητικότητά του σ’ ένα -από τη φύση του- δυνατό άθλημα, όπως είναι το χάντμπολ. Ο 35χρονος πλέον επιχειρηματίας φροντίζει να βγάζει το ίδιο πάθος σε ό,τι καταπιάνεται επαγγελματικά, καθώς τα τελευταία δύο χρόνια έχει αλλάξει τελείως ρότα και «τρέχει» τις δικές του επιχειρήσεις στον χώρο της εστίασης…

Έχοντας δουλέψει για χρόνια στη νύχτα της Θεσσαλονίκης, έφτασε στην ηλικία των 33 ετών να κληθεί ν’  αποφασίσει τι θα κάνει στο μέλλον του, αφού εργασία και αθλητισμός υψηλού επιπέδου δεν συνδυάζονται εύκολα. Είναι το καλοκαίρι του 2015, που έχει ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις του με τον ΠΑΟΚ, τη φανέλα του οποίου φόρεσε πολλά χρόνια κατακτώντας κύπελλα και πρωταθλήματα Ελλάδας, και αποφασίζει να μεταπηδήσει σ’  έναν άγνωστο μέχρι τότε τομέα για τον ίδιο, την εστίαση. Δύο χρόνια μετά, μπορεί ν’  άλλαξε αντικείμενο, ωστόσο, η σπίθα του ενθουσιασμού παραμένει ίδια. Ο Δημήτρης Τσακίρης μίλησε στην Karfitsa για τη μετάβασή του από τον αθλητικό στον επιχειρηματικό κόσμο, την «επένδυση» στη γειτονιά του, τις Συκιές, αλλά και τα χρόνια της κρίσης.

Πότε ξεκινήσατε να δραστηριοποιείστε επιχειρηματικά και τι συνετέλεσε σε αυτή σας την απόφαση;

Τα τελευταία 15 χρόνια δούλευα σε διάφορα μαγαζιά. Λόγω του αθλητισμού, εξάλλου, δεν μπορούσα να κάνω άλλη δουλειά: έπρεπε αναγκαστικά είτε να δουλέψω πρωί ως part-time είτε να δουλέψω πολύ αργά τη νύχτα. Κατά τη διάρκεια αυτών των χρόνων, λοιπόν, γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να κάνω ένα δικό μου μαγαζί στην περιοχή μου, τις Συκιές. Μάζεψα κάποια χρήματα και τον Ιούλιο του 2015 πήρα την απόφαση, μαζί με τον τότε συνέταιρό μου, να υλοποιήσουμε μία καινούρια ιδέα, να κάνουμε, δηλαδή, ένα μεζεδοπωλείο.

Δύο χρόνια σχεδόν μετά, νιώθετε δικαιωμένος για εκείνη σας την απόφαση;

Παρ’  ότι εδώ και έναν περίπου μήνα το συγκεκριμένο μαγαζί δεν υπάρχει, εντούτοις, ναι, νιώθω απόλυτα δικαιωμένος και δεν το έχω μετανιώσει. Ήθελα να κάνω ένα μεζεδοπωλείο, έγινε και πέτυχε. Ασχέτως αν πολλά μαγαζιά στην πορεία έγιναν μεζεδοπωλεία, που στην ουσία ήταν περισσότερο ξενυχτάδικα παρά μαγαζιά γα φαγητό, θεωρώ ότι το δικό μας πήγε καλά. Ωστόσο, κάποια στιγμή έρχεται το πλήρωμα του χρόνου….

Εδώ και μερικές ημέρες, έχετε ανοίξει ένα εντελώς διαφορετικό μαγαζί στην Επταπυργίου. Πείτε μας δύο λόγια γι’  αυτό.

Πράγματι, πριν από μερικές ημέρες άνοιξα μαζί με άλλους δύο συνέταιρους ένα καφέ-μπαρ στον κεντρικό δρόμο των Συκεών. Επειδή παλιότερα δούλευα σε άλλου είδους μαγαζιά από το μεζεδοπωλείο, που είχα φτιάξει, διαπίστωσα γρήγορα ότι τα πράγματα είναι διαφορετικά από αυτά, που είχα εγώ στο μυαλό μου. Έτσι, άρχισα να «ψάχνομαι». Είναι μία καινούρια συνεργασία και ένα καινούριο αντικείμενο, πιο κοντά, όμως, σε μένα. Είμαι πολύ ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα και από τη μέχρι τώρα ανταπόκριση του κόσμου. Ο καφές και το ποτό είναι πιο «εύκολο» προϊόν σε σχέση με το φαγητό, γιατί είναι πιο φθηνά.Έτσι, στήσαμε ένα μαγαζί, που θεωρώ ότι είναι από τα λίγα στη Θεσσαλονίκη, το οποίο συνδυάζει το τρίπτυχο ποτό-καφέ-φαγητό. Είναι περισσότερο στα αθηναϊκά πρότυπα.

Δύο μαγαζιά και τα δύο στην περιοχή των Συκεών. Ποιοι λόγοι σας έκαναν να επενδύσετε στη γειτονιά σας;

Καταρχήν, μου αρέσει η γειτονιά μου, όπως και η επαφή με τον κόσμο. Προτιμώ να με γνωρίζουν 5-10 άνθρωποι, οι οποίοι θα έρχονται στο μαγαζί, παρά να είναι τελείως απρόσωπο όλο αυτό. Επίσης, βρισκόμαστε σ’  ένα πολύ κεντρικό σημείο και σε μία – κατά τη γνώμη μου – από τις καλύτερες περιοχές της Θεσσαλονίκης, όπου ο κόσμος ξέρει ν’  ανταμείβει το καλό.

Δεν μπήκατε ποτέ στον πειρασμό να κάνετε ένα μαγαζί στο κέντρο της πόλης;

Το να κάνεις ένα μαγαζί στο κέντρο απαιτεί μεγάλο κεφάλαιο, το οποίο εγώ δεν διέθετα. Έχω σαν μότο στη ζωή μου ότι «πολλά βάζεις, πολλά παίρνεις», αλλά «πολλά βάζεις και πολλά χάνεις». Δεν ήθελα, λοιπόν, να βρεθώ στη δεύτερη κατάσταση. Με φόβιζε εξ’  αρχής μία τέτοια σκέψη και γι’  αυτό προτιμώ «ν’  απλώνω τα πόδια μου μέχρι εκεί που φτάνει το πάπλωμα».

Σας έβαλε σε δεύτερες σκέψεις το γεγονός ότι το όλο εγχείρημά σας πήρε «σάρκα και οστά» μέσα στην περίοδο της κρίσης;

Εγώ είμαι της άποψης ότι, αν κάνεις κάτι καλό, δεν παίζουν ρόλο οι συνθήκες. Συνεπώς, δεν είχα κανέναν τέτοιο ενδοιασμό.

Δεδομένου ότι ασχοληθήκατε για περισσότερα από 15 χρόνια με το χάντμπολ, σας έχει βοηθήσει ο αθλητισμός στο κομμάτι της δουλειάς σας; Επωφεληθήκατε από αυτόν;

Ως άνθρωπος έχω μάθει στη ζωή μου, όταν κάτι το αφήνω, να το αφήνω τελείως. Δεν συνηθίζω να χώνω τη μύτη μου μετά και ίσως είναι λάθος αυτό. Πολλοί, για παράδειγμα, προσπαθούν να φάνε ψωμί από τον ΠΑΟΚ. Εγώ ποτέ δεν έκανα δημόσιες σχέσεις μέσω της ομάδας για να επωφεληθώ για το μαγαζί μου.

Σχολιάστε