ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Μουσικός, ερευνητής, συγγραφέας, καθηγητής. Με μια λέξη, πολυπράγμων. Ο λόγος για τον Θεσσαλονικιό, Δημήτρη Μυστακίδη. «Όλα όσα κάνω έχουν ένα κοινό, συνδέονται με την μουσική», είπε στη συνέντευξη που παραχώρησε στην Karfitsa ο κ. Μυστακίδης. Ανήκει στους πολυοργανίστες μουσικούς, αλλά η λαϊκή κιθάρα είναι το όργανο που το έχει πάρει στα χέρια του και του έχει δώσει μια νέα πνοή «επεμβατική» στο ρεμπέτικο ρεπερτόριο.

Συνέντευξη στη Φιλίππα Βλαστού

-Στην εποχή μας το ρεμπέτικο έχει νέο ηλικιακά κοινό;

Τα τελευταία χρόνια, τουλάχιστον στις δικές μου παραστάσεις, έρχονται αρκετοί νέοι και παρακολουθούν τις συναυλίες. Βέβαια, είχαμε στοχεύσει σε αυτόν τον κόσμο, είχαμε κάνει και κινήσεις για αυτό. Για παράδειγμα, στο δίσκο «Εσπεράντο» το ότι έβαλα τόσο γνωστούς τραγουδιστές να ερμηνεύσουν ρεμπέτικα τραγούδια μαζί με συνοδεία από κιθάρες ήταν ένας άλλος ήχος και σίγουρα ήταν ένας από τους λόγους για να προσελκύσουμε νέο κοινό.

– Η στροφή το κοινού στο ρεμπέτικο είναι και μια επιθυμία του για κάτι διαφορετικό;

Δεν νομίζω πως έχει να κάνει με το διαφορετικό, αλλά με το αληθινό. Ο κόσμος πια λόγω της κατάστασης που βιώνουμε ψάχνει να βρει πραγματικές αξίες. Το ρεμπέτικο επειδή είναι μια πραγματική αξία και ένας «βράχος» που μπορείς να πατήσεις και να πας παρακάτω ο κόσμος το καταλαβαίνει και έρχεται.

-Εξελίσσεται το ρεμπέτικο;

Ναι και τεχνικά και αισθητικά και θα συνεχίσει να το κάνει. Άλλωστε οι παραδοσιακές μουσικές το κάνουν αυτό, έχουν την ικανότητα και εξελίσσονται.

-Είστε Θεσσαλονικιός, πως βλέπετε την πόλη μουσικά;

Έχει αρκετό νέο κόσμο που βγάζει ωραία πράγματα. Απλά η Θεσσαλονίκη πλέον «πάσχει» από χώρους. Δεν μπορείς να παίξει μουσική στην πόλη. Μουσική βγάζει λοιπόν, αλλά δεν έχουμε χώρους να την παρουσιάσουμε. Υπάρχουν μόνο κάποια μαγαζιά που είναι πολύ μεγάλα και κάποια που είναι πολύ μικρά, οπότε για κάποιον άνθρωπο που είναι στη «μέση» δεν είναι και πολύ βολικό. Επίσης, και οι κρατούντες έχουν κάνει τόσο δύσκολα τα πράγματα για έναν άνθρωπο να κρατήσει έναν χώρο που να παίζει μουσική που είναι λες και «κυνηγάνε» τις live εμφανίσεις.

– Διδάσκετε στο Μεταπτυχιακό στο ΠΑΜΑΚ και στην Άρτα στο Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής μουσικής. Τι θα αλλάζατε στην μουσική εκπαίδευση;

Αν μπορούσα να κάνω κάτι αυτό θα ήταν να αναγνωρίσω τα λαϊκά όργανα, τα οποία δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένα από το ελληνικό κράτος. Δηλαδή ένας φοιτητής που τελειώνει στη σχολή και παίρνει πτυχίο με ειδίκευση την λαϊκή κιθάρα δεν μπορεί να το χρησιμοποιήσει πουθενά, γιατί δεν είναι αναγνωρισμένο όργανο από το ελληνικό κράτος. Δεν  μπορεί να διδάξει λαϊκή κιθάρα σε ένα μουσικό σχολείο. Το κράτος με έχει διορίσει να διδάσκω ένα όργανο που το ίδιο δεν το αναγνωρίζει.

-Ως καθηγητής βλέπετε ότι τα παιδιά αγαπούν την παραδοσιακή μουσική;

Ναι φυσικά, και πλέον πολύ πιο συνειδητά από ότι παλαιότερα που ήταν και λίγο μόδα, όπως ήταν το ‘85 και το ‘90 που είχε γίνει σαν φετίχ να παίζει κάποιος παραδοσιακά όργανα ή να τραγουδά παραδοσιακά τραγούδια.

-Οπότε θα υπάρχει και συνέχεια;

Στα επόμενα χρόνια θα υπάρχει «έκρηξη» είμαι πολύ αισιόδοξος. Θα δούμε πολλά ταλέντα στο συγκεκριμένο είδος που δεν θα έχουν καμία σχέση με όσα έχουμε δει μέχρι τώρα. Τα παιδιά είναι πολύ πιο μπροστά από εμάς. Οι ευκαιρίες μπορεί να είναι πιο λίγες, αλλά θέλει αγώνα και όσοι μπαίνουν σε αυτή τη δουλειά ξέρουν αυτές τις δυσκολίες και προετοιμάζονται ανάλογα.

– Ο δίσκος Αμέρικα είναι αφιερωμένος σε όσους εγκατέλειψαν την Ελλάδα στα τέλη του 19ου αιώνα μη μπορώντας να αντέξουν τη φτώχεια και την ανέχεια. Υπάρχουν ομοιότητες με το τώρα;

Ναι γιατί οι συνθήκες είναι ακριβώς οι ίδιες. Όταν έφτιαχνα τον δίσκο διάβασα πάρα πολύ για την ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης στην Αμερική βρήκα παρά πολλές ομοιότητες. Η διαφορά είναι ότι τότε έφευγαν τα γερά μπράτσα και τώρα τα γερά μυαλά.

-Θεωρείται ότι οι μουσικοί στην Ελλάδα έχουν δώσει το απαραίτητο βάρος στα δεινά που έχουν επέλθει από την οικονομική κρίση στην κοινωνία;

Πάντα ήταν λίγα τα κομμάτια, το πολιτικό τραγούδι, που σχολίαζε ευθέως την πραγματικότητα. Υπάρχουν πολλά τραγούδια και δημιουργοί που αυτή η συνθήκη τους κάνει να γράφουν πράγματα που εκ πρώτης όψεως να μην καταλαβαίνεις ότι είναι. Η μουσική, άλλωστε, δεν πρέπει να κουνάει το δάκτυλο, αλλά με άλλους τρόπους να σε κάνει να σκεφτείς και να βελτιωθείς ως άνθρωπος. Οπότε νομίζω γράφονται αρκετά όχι όμως όσα θα έπρεπε. Θα μπορούσαν να γραφτούν περισσότερα και κατά την άποψη μου να είναι και πιο άμεσα δηλαδή να μιλήσουν με πιο άμεσο στίχο για αυτά που συμβαίνουν. Έχουν γραφτεί μεν αλλά με αλληγορικό στίχο που θέλει λίγο ψάξιμο για να καταλάβεις τι ακριβώς θέλουν να πουν.

-Μήπως υπάρχει φοβία για λογοκρισία;

Δεν νομίζω ότι έχουμε  λογοκρισία στις μέρες  μας. Αυτό που συμβαίνει πάντα σε περιόδους λογοκρισίας είναι η αυτολογοκρισία. Το πρώτο πράγμα που πετυχαίνουν οι εξουσίες είναι να αυτολογοκρίνονται οι καλλιτέχνες πριν χρειαστεί κάποιος άλλος να τους κρίνει. Αυτή την περίοδο κάνω μια δουλειά επάνω στην λογοκρισία στα χρόνια του Μεταξά και ο Βαμβακάρης είχε πει πως όταν έγινε αυτό το πράγμα προσαρμόστηκε και έγραφε τραγούδια που ήθελε ο Μεταξάς. Κάτι ανάλογο γίνεται και τώρα χωρίς να υπάρχει επίσημη λογοκρισία κάποιοι δεν τολμούν να πουν πράγματα, που μπορούν να τα πουν, γιατί έχουν αυτολογοκριθεί ήδη από μόνοι τους χωρίς να το καταλαβαίνουν. Υπάρχουν και κάποιοι όμως που τα λένε έξω από τα δόντια.

Σχολιάστε