ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Συνέντευξη στη Φιλίππα Βλαστού

Στα «πάτρια» εδάφη του επέστεψε ο Θεσσαλονικιός ηθοποιός Άκης Σακελλαρίου με αφορμή την παράσταση «Αναζητώντας τον Αττίκ» που θα ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής, από τις 7 Ιουνίου. Ο ηθοποιός βρέθηκε στην πόλη ήδη από την προηγούμενη εβδομάδα και μάλιστα συμμετείχε στη συγκέντρωση που έγινε στις 23 Μαΐου κατά της επίθεσης του δημάρχου Γιάννη Μπουτάρη. «Βλέποντας αυτές τις εικόνες, από την επίθεση που δέχθηκε ο κ. Μπουτάρης μέσα μου ένιωσα ένα σφίξιμο καρδιάς, θυμό και μια απίστευτη βαθιά στεναχώρια», εξομολογήθηκε ο ηθοποιός σε συνέντευξη που παραχώρησε στην Karfitsa.

Πως ο Αττίκ αντέχει έως και σήμερα; Από πού πηγάζει η διαχρονικότητα του;

Υπάρχουν δυο στοιχεία τα οποία είναι πολύ σημαντικά. Ο Αττίκ ήταν ένας συνθέτης, ο οποίος είχε κάνει κλασικές σπουδές, οπότε ένα στοιχείο της διαχρονικότητας του είναι η ίδια του η μουσική. Οι μελωδίες και οι συνθέσεις του είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες και ιδιαίτερες. Για αυτό και πολλά τραγούδια του γίνονται και διασκευές. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι οι στίχοι του έχουν μια αθωότητα, στην οποία πάντοτε επιστρέφουμε.

Το κοινό της Θεσσαλονίκης αγαπάει το θέατρο και το «αγκαλιάζει», ωστόσο γιατί μια παράσταση πρέπει πρώτα να γίνει επιτυχία στην Αθήνα και μετά να ανέβει στη Θεσσαλονίκη;

Αυτό δυστυχώς είναι θέμα αγοράς. Κατά την γνώμη μου θα έπρεπε να γίνεται ακριβώς το αντίθετο, όπως και στην Αμερική, δηλαδή ένα έργο ξεκινάει off Broadway και μετά πηγαίνει στο Broadway. Στην Ελλάδα, λοιπόν, θα έπρεπε να γίνεται πρώτα στη Θεσσαλονίκη και αναφέρομαι σε επίπεδο πορείας και όχι επιτυχίας και μετά να κατεβαίνουν στην Αθήνα. 

Πρόσφατα στην πόλη σημειώθηκε ένα τραγικό περιστατικό και αναφέρομαι στην βίαιη επίθεση που δέχθηκε ο δήμαρχος, Γιάννης Μπουτάρης. Όντας Θεσσαλονικιός πως νιώσατε βλέποντας αυτές τις εικόνες;

Η Θεσσαλονίκη ήταν ανέκαθεν ή του ύψους ή του βάθους, των άκρων, του ακραίου συντηρητισμού και του ακραίου προοδευτισμού. Δυστυχώς αυτά τα συμβάντα είναι που πηγαίνουν την πόλη πίσω. Βλέποντας αυτές τις εικόνες, από την επίθεση που δέχθηκε ο κ.Μπουτάρης μέσα μου υπήρξε ένα σφίξιμο καρδιάς, θυμός και μια απίστευτη βαθιά στεναχώρια. Για τον κ. Μπουτάρη θεωρώ ότι είναι από τους ελάχιστους Έλληνες που έχουν εμπλακεί σε κάποιο τέτοιο αξίωμα, ο οποίος δεν είχε καμία σχέση με την πολιτική, από κάθε άποψη είναι ένας άνθρωπος πραγματικά χορτάτος και απλώς αγαπάει την πόλη του και αυτό που θέλει είναι να την εκσυγχρονίσει και να την «βγάλει» από το σκοτάδι.

Από την άλλη πλευρά, αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι ως Θεσσαλονικιός που ζει στην Αθήνα αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι οι Θεσσαλονικείς αγαπούν την πόλη τους και αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Αυτό είναι στα θετικά στοιχεία και μέσα από διάφορες εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα το «Δείπνο της Άνοιξης» που γίνεται κάθε χρόνο στην Αλ.Σβώλου, δείχνουν ένα δρόμο ελπίδας και αισιοδοξίας. Άλλωστε, οι ντόπιοι, οι φοιτητές ή οι τουρίστες, όποιος έρθει ή μείνει στην πόλη την θεωρεί έναν σημαντικό κρίκο στην εξέλιξη του.

Επίσης, αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η Θεσσαλονίκη ελληνοποιήθηκε, και είναι κάτι που επιτέλους αρχίζουμε να το καταλαβαίνουμε, κυρίως στην δεκαετία του ’30 και έπειτα. Ωστόσο λίγα χρόνια πριν η Θεσσαλονίκη ήταν ένα κέντρο πολυπολιτισμικό, μοναδικό στα Βαλκάνια και σε ίσως σε όλη την Ευρώπη. Αυτό είναι κάτι το οποίο οφείλουμε ως Θεσσαλονικείς να το θυμόμαστε.

Αυτό το χαρακτηριστικό της πολυπολιτισμικότητας που έκανε τη Θεσσαλονίκη ξεχωριστή και όμορφη μπορεί να το αποκτήσει ξανά; Έχει πρόσφορο έδαφος για κάτι τέτοιο;

Για αυτό λέω ότι το αρνητικό είναι ότι ο δημοκρατικός κόσμος δεν αντιδρά. Δεν λέω να αντιδρά βγαίνοντας στους δρόμους, αλλά μια αντίδραση θα ήταν τουλάχιστον να ανατρέξουμε σε βιβλία και να διαβάσουμε την ιστορία μας ή να συμμετέχουμε σε κάποιο γκρουπ και να ξεναγηθούμε στην πόλη μαθαίνοντας πράγματα για την πόλης μας, κάνοντας μια βόλτα σε μέρη που περνάμε δεκαπέντε φορές τη μέρα και δεν ξέρουν τι έχει γίνει εκεί.

Σχολιάστε