ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
photo eurokinissi

Του Μιλτιάδη Σαρηγιαννίδη*

Ο κοινός παρονομαστής στις εκτιμήσεις των αναλυτών και τις προειδοποιήσεις των σχολιαστών των τελευταίων εξελίξεων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, είναι πως το δίμηνο που ακολουθεί, θα είναι ιδιαίτερα θερμό ενόψει των προεδρικών και κοινοβουλευτικών εκλογών της 24ης Ιουνίου στην Τουρκία. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως την επόμενη ημέρα των εκλογών θα επανέλθει η κανονικότητα στο Αιγαίο, θα περιοριστούν οι λεκτικές προκλήσεις, οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και οι παραβάσεις του FIR Αθηνών, ή πως θα εκλείψουν επεισόδια, όπως πρόσφατα αυτό με τους δύο έλληνες στρατιωτικούς στον Έβρο ή την προσπάθεια εμβολισμού του πλοίου ανοικτής θαλάσσης του λιμενικού από τουρκική ακταιωρό στα Ίμια.

Η κλιμάκωση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις εξαρτάται από τις αναθεωρητικές πρωτοβουλίες που με συνέπεια και σταθερότητα αναλαμβάνει η Άγκυρα από το βράδυ των Ιμίων το 1996 στο πλαίσιο της πολιτικής του «γκριζαρίσματος». Συνεπώς, η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο αποτελούν τόσο πυλώνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής όσο και ένα εργαλείο στην εσωτερική πολιτική σκηνή με ή χωρίς το δέλεαρ της εκλογικής νίκης στις 24 Ιουνίου. Άρα το σκηνικό της έντασης θα εξακολουθήσει να παράγει ανησυχία και μετά την αναμενόμενη επικράτηση του Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματός του στις διπλές εκλογές. Και φυσικά, το σύνολο των προκλητικών ενεργειών και η ρητορική των διεκδικήσεων στο πλαίσιο της λεγόμενης «επικαιροποίησης» της Συνθήκης της Λωζάνης θα κεφαλαιοποιηθούν για να αναδειχθούν στη συνέχεια τα ζωτικά συμφέροντα της Άγκυρας στο Αιγαίο.

Ωστόσο, ο Ταγίπ Ερντογάν και το κόμμα του δεν χρειάζονται την ένταση στο Αιγαίο για να κερδίσουν τις εκλογές, παρά το γεγονός, ότι η ρητορεία του τσαμπουκά και η πολιτική του νταή υποθάλπει έναν ιδιόμορφο ισλαμοθωμανισμό που έχει απήχηση στο εκλογικό σώμα και σαφώς ενισχύει τον ίδιο και το κυβερνητικό του εταίρο. Άλλωστε, ο Ταγίπ Ερντογάν έχει κάνει ήδη πιο δύσκολες επιλογές, αφού πιθανότατα σκηνοθέτησε ένα πραξικόπημα που του πρόσφερε το πολιτικό άλλοθι των μαζικών και συστηματικών διώξεων κατά των γκιουλενιστών, ενώ για να κερδίσει το συνταγματικό δημοψήφισμα εν μέσω καταγγελιών για νοθεία πριν από ένα χρόνο, διεξήγαγε την «Επιχείρηση Ασπίδα του Ευφράτη», και για να υπερισχύσει στις επερχόμενες πρόωρες, αλλά όχι αναπάντεχες εκλογές, διεξήγαγε πρόσφατα την «Επιχείρηση Κλαδί Ελιάς» στο Αφρίν. Συνεπώς, η ένταση στο Αιγαίο δεν είναι ούτε πρόσκαιρη, ούτε τυχοδιωκτική, αλλά αποτελεί την έκβαση μακροχρονίου πολιτικού σχεδιασμού που δεν θα τερματιστεί μετά τις 24 Ιουνίου, ενώ τροφοδοτεί παρεμπιπτόντως την εθνική πλειοδοσία στην εσωτερική πολιτική σκηνή ενόψει των εκλογών.

Με άλλα λόγια, οι εκλογές στην Τουρκία διεξάγονται 18 μήνες νωρίτερα, σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης και με τροποποιημένο τον εκλογικό νόμο, προκειμένου ο Ταγίπ Ερντογάν και το κόμμα του να γαντζωθούν στην προεδρία και την πρωθυπουργία μαζί με τους εθνικιστές του Ντεβλέτ Μπαχτσελί με ορίζοντα το 2023 και τα εκατοντάχρονα της Τουρκικής Δημοκρατίας, δηλαδή τη Συνθήκη της Λωζάνης. Αν και η τουρκική λίρα απαξιώνεται, ο πληθωρισμός και η ανεργία καλπάζουν και η οικονομία κλονίζεται, ίσως το πιο σημαντικό μάθημα πολιτικής που έχει να προσφέρει ο Ταγίπ Ερντογάν, είναι πως κατόρθωσε να προσφέρει στους συμπατριώτες του ένα όραμα, μια αφήγηση για ισχυρή Τουρκία, από τη στιγμή που το 2002 ανέλαβε την πρωθυπουργία μιας οικονομικά κατεστραμμένης χώρας. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει γυρισμός στην καταστροφή, εφόσον αυτή η αφήγηση ξεπερνά την πραγματικότητα.

*ο κ. Σαρηγιαννίδης είναι Επίκουρος Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ

Σχολιάστε