ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Του Στάθη Κουτσοχήνα*

Η λεγόμενη «Συμφωνία των Πρεσπών» και η τυχόν επίδρασή της στα δικαιώματα επί εμπορικών σημάτων και άλλων διακριτικών γνωρισμάτων (π.χ. επωνυμιών επιχειρήσεων), που περιλαμβάνουν το όνομα «Μακεδονία» ή παράγωγά του, υπογράμμισε την αναγκαιότητα κατοχύρωσης και προστασίας των δικαιωμάτων
βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
Το εμπορικό σήμα, ειδικότερα, είναι ένα άυλο αγαθό που ενσωματώνει ολόκληρη την αξία μιας επιχείρησης. Αποτελεί αυτοτελές περιουσιακό στοιχείο, που μπορεί π.χ.
να μεταβιβάζεται ξεχωριστά από την επιχείρηση ή και να κατάσχεται. Μακροχρόνιες επιχειρηματικές προσπάθειες και πολυδάπανες διαφημίσεις κινδυνεύουν, αν δεν
στηρίζονται σε στέρεες βάσεις: σε ένα νόμιμα κατοχυρωμένο δικαίωμα επί εμπορικού σήματος.
Πολύ περισσότερο σήμερα, στην ψηφιακή εποχή των ηλεκτρονικών μέσων και της άμεσης διάχυσης των πληροφοριών, η προσπάθεια για οικοδόμηση μιας επιχείρησης
πάνω σε μία μη κατοχυρωμένη ονομασία, μπορεί να παρομοιαστεί με το χτίσιμο ενός πύργου στην άμμο. Χωρίς γερά θεμέλια (βλ. κατοχυρωμένο εμπορικό σήμα) το οικοδόμημα κινδυνεύει να γκρεμιστεί ανά πάσα στιγμή.
Παράλληλα, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η καταχώριση ενός εμπορικού σήματος δεν αποτελεί απλά μια διαδικαστική πράξη, ούτε μία στιγμιαία ενέργεια. Δεδομένου ότι το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα πολύπλοκο, με συστήματα
καταχώρισης σημάτων που λειτουργούν παράλληλα και συνυπάρχουν σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν ολοκληρωμένη
στρατηγική προστασίας των σχετικών δικαιωμάτων τους. Είναι, λοιπόν, απολύτως  απαραίτητο να προχωρούν στις σχετικές ενέργειες με την δέουσα προσοχή και
τεκμηρίωση, που μπορεί να τους δώσει η συνεργασία τους με τους δικηγόρους – νομικούς τους συμβούλους.
Έτσι, μία νομικά ατελής προετοιμασία ή μία ελλιπής δήλωση για καταχώριση σήματος, μπορεί να οδηγήσει σε μη επιθυμητά αποτελέσματα, όπως στην απόρριψη της δήλωσης ή σε συγκρούσεις και επίπονους δικαστικούς αγώνες. Εξάλλου, η
επιτυχής καταχώριση ενός σημείου ως εμπορικού σήματος δεν σημαίνει το τέλος της ενασχόλησης με τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Αντίθετα, χρειάζεται εγρήγορση, συνεχής παρακολούθηση και προστασία για τυχόν προσπάθειες
παραποίησης ή απομίμησης του καταχωρισμένου σήματος. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις αναθέτουν την προστασία των
σημάτων τους σε εξειδικευμένους νομικούς συμβούλους, τα δε δικαιώματα βιομηχανικής και πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά περιουσιακά τους στοιχεία.
Ο δημόσιος διάλογος για τις συνέπειες της «Συμφωνίας των Πρεσπών», ειδικά σε σχέση με τα δικαιώματα επί εμπορικών σημάτων, αναμφίβολα βοηθά στην εμπέδωση μιας νοοτροπίας προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
Επιπρόσθετα, η παρότρυνση των φορέων για κατοχύρωση των σημάτων των ελληνικών επιχειρήσεων, με το όνομα «Μακεδονία» ή παράγωγά του, ασφαλώς κινείται στη σωστή κατεύθυνση. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της: θα πρέπει να συνοδεύεται με την παρότρυνση για σωστά σχεδιασμένες και τεκμηριωμένες
ενέργειες, στα πλαίσια μιας ολοκληρωμένης επιχειρηματικής στρατηγικής προστασίας των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας σε συνεργασία πάντοτε με τους νομικούς συμβούλους της κάθε επιχείρησης.

* Ο κ. Κουτσοχήνας είναι Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Διδάκτωρ Εμπορικού Δικαίου και συγγραφέας του βιβλίου «Η προστασία του κοινοτικού σήματος και οι περιορισμοί της», εκδ. Σάκκουλα

Σχολιάστε