ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
photo eurokinissi

Του Μανόλη Λαµτζίδη*

Διαχρονικά, τα Βαλκάνια ήταν το «µαλακό υπογάστριο» της Ευρώπης. Έχουν χαρακτηριστεί και «πυριτιδαποθήκη». ‘Όχι αδικαιολόγητα, καθώς ανάµεσα στα νέα εθνικά κράτη που αναδύθηκαν µετά την αποσύνθεση της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας αναπτύχθηκαν ανταγωνισµοί κάτω από την επίδραση των -εκάστοτε- «Μεγάλων Δυνάµεων». Οι ανταγωνισµοί οδήγησαν σε πολεµικές συγκρούσεις και αυτές σε ανακατατάξεις. Ας µη λησµονούµε ότι ο Α’ Παγκόσµιος Πόλεµος ξεκίνησε από την περιοχή µας και ότι µετά το  τέλος  των λεγόµενων  «Βαλκανικών  Πόλεµων» άρχισαν να παγιώνονται  τα σύνορα µεταξύ των εθνικών κρατών. Φυσικά, έτσι όπως είχε διαµορφωθεί ο εθνολογικός χάρτης της περιοχής, ήταν αδύνατο να υπάρξουν εθνικά κράτη µε οµοιογενείς πληθυσµούς.  Στη διεθνή διπλωµατία σχετικά είχε επικρατήσει ο όρος «Μακεδονική σαλάτα» για να υποδηλώσει αυτή την «ανοµοιογένεια». Τα Βαλκάνια από τα τέλη του 19ου αιώνα  έχουν µετατραπεί σε πεδίο µεγάλου ανταγωνισµού των εκάστοτε «µεγάλων δυνάµεων»  λόγω της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής τους θέσης.  Αυτό,  σε συνδυασµό µε την καλλιέργεια εθνικιστικών ιδεών και αλυτρωτικών απόψεων διαχρονικά δηµιούργησαν µία πρώτη  «εύφλεκτη ύλη». Κατά το διάστηµα του «ψυχρού πολέµου» οι αµφισβητήσεις συνόρων είχαν «παγώσει». Μετά την κατάρρευση του λεγόµενου «ανατολικού µπλοκ» άρχισαν να αναδύονται οι επιµέρους εθνικισµοί.  Άρχισε να καλλιεργείται  και να υιοθετείται στην εξωτερική πολιτική των χωρών το δόγµα της «Μεγάλης Σερβίας», της «Μεγάλης Αλβανίας», της «Μεγάλης Κροατίας» της «Μεγάλης Μακεδονίας», του νεο-οθωµανισµού κλπ.  Ο χώρος των Βαλκανίων όµως είναι πολύ µικρός για να χωρέσει τόσο πολλά «µεγάλα κράτη». Καλύτερα να µιλάµε σήµερα για ειρηνικά και δηµοκρατικά Βαλκάνια.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέµους και τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 προέκυψε η Ελληνική, η Βουλγαρική και η Σερβική Μακεδονία ως τµήµατα των αντιστοίχων κρατών. Κάθε τµήµα της ενσωµατώθηκε στο αντίστοιχο κράτος. Τη Σερβία, διαδέχθηκε η ενιαία Γιουγκοσλαβία. Η περιοχή της ΠΔΓΜ ανακηρύχθηκε για πρώτη φορά ως  ανεξάρτητο κράτος το 1991 µε την επωνυµία «Δηµοκρατία της Μακεδονίας». Στο Προοίµιο του Συντάγµατός της διακήρυττε: «Η Δηµοκρατία της Μακεδονίας είναι εθνικό κράτος του Μακεδονικού έθνους, συνεχίζει την παράδοση του Ίλιντεν, αποτελεί νόµιµη συνέχεια της Δηµοκρατίας του Κρουσόβου, είναι η κοιτίδα όλων των Μακεδόνων και έχει υποχρέωση να φροντίζει όλους τους Μακεδόνες που ζουν στις άλλες χώρες και στα εξωτερικά τµήµατα της Ενιαίας Μακεδονίας».

Στην πραγµατικότητα ο  όρος «Μακεδονία» χρησιµοποιούταν πάντα για µία ευρύτερη γεωγραφική περιοχή, το 51% της οποίας ανήκει στην Ελλάδα, το 38% στην ΠΓΔΜ και το 9% στη Βουλγαρία. Εποµένως, ήταν παράλογο, από την πλευρά της ηγεσίας της ΠΓΔΜ να επιµένει  στη χρήση του όρου «Μακεδονία» σε αποκλειστική βάση. Αυτή η διατύπωση µε τις ανάλογες συνέπειες σε όλα τα επίπεδα του δηµόσιου βίου της γειτονικής χώρας αποτέλεσε τη βάση του «Μακεδονισµού», δηλαδή της άποψης για ένα ενιαίο έθνος µε αναφορές στους αρχαίους Μακεδόνες της εποχής του Φιλίππου και του Μεγάλου Αλεξάνδρου µε ιστορική κοιτίδα την άλλοτε ενιαία γεωγραφική Μακεδονία, τµήµατα της οποίας – «κατεχόµενα» που θα έπρεπε µελλοντικά να απελευθερωθούν κατά το δόγµα του «Μακεδονισµού» – ανήκαν στη Βουλγαρία και στην Ελλάδα! Αυτή η θεωρία προκάλεσε εύλογα την αντίδραση των γειτονικών χωρών της Ελλάδας και της Βουλγαρίας. Η αντίδραση της κοινής γνώµης στην Ελλάδα έλαβε διάφορες µορφές, άλλοτε πιο ήπιες, άλλοτε πιο «σκληρές» που είχαν ντυθεί και µε «εθνικιστικό µανδύα», που έφτανε σε ακρότητες και υπερβολές.

Και οι δύο εθνικισµοί δεν λάµβαναν υπόψη αδιάσειστα ιστορικά στοιχεία της περιοχής. Ότι οι Σλάβοι εµφανίστηκαν στον 6ο αιώνα µ.Χ. στα Βαλκάνια, και δεν έχουν σχέση µε την προγενέστερη ιστορική κληρονοµιά ότι εξαπλώθηκαν στα όρια της γεωγραφικής Μακεδονίας,  ότι στο Μεσαίωνα είχαν εµφανιστεί τα Βασίλεια της Σερβίας και της Βουλγαρίας άλλοτε συνυπάρχοντας και άλλοτε  σε ανταγωνισµό µε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ότι, στη συνέχεια, µετά την επικράτηση των Οθωµανών συνυπήρχαν ως «ραγιάδες» µε τους υπόλοιπους Χριστιανούς. Ότι µετά τη δηµιουργία της Βουλγαρικής Εξαρχίας, όσοι σλαβόφωνοι την ακολούθησαν ενσωµατώθηκαν στο «Βουλγαρικό Έθνος» , ενώ οι άλλοι, οι σλαβόφωνοι οπαδοί του Πατριαρχείου παρέµειναν µετέωροι. Πολλοί ενσωµατώθηκαν στο Ελληνικό Έθνος, ενώ άλλοι διατήρησαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (γλώσσα, ήθη έθιµα, θρησκεία) αναζητώντας µέσω του αυτοπροσδιορισµού µία ταυτότητα. Την ταυτότητα αυτή ονόµασαν «Μακεδονική», πριν αυτή προσλάβει τη διάσταση του εθνικιστικού  «Μακεδονισµού». Στην πραγµατικότητα ήταν «Σλαβοµακεδονική». Και όλα αυτά όχι ειρηνικά ή αναίµακτα. Το ζητούµενο ήταν αν η «Σλαβοµακεδονική» ταυτότητα µπορούσε να συνυπάρξει στην περιοχή µε τις άλλες ταυτότητες (Έλληνες Μακεδόνες, Βούλγαροι Μακεδόνες) στα κρατικά σύνορα, όπως είχαν διαµορφωθεί κατά το Β’ Παγκόσµιο Πόλεµο, χωρίς να έχει δική της εδαφική βάση. Η Σβετλάνα Μπρόζ, εγγονή του Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, συγγραφέας του βιβλίου «Good People in an Evil Time»,  ιδρύτρια και διευθύντρια από το 2001 της ΜΚΟ GARIWO (Gardens of the Righteous Worldwide)  σε πολύ σηµαντικό άρθρο στης  στην αγγλόφωνη έκδοση της  εφηµερίδας «Καθηµερινή» προσεγγίζει µε αντικειµενικότητα και ρεαλισµό το ζήτηµα:

«… Παρότι ο παππούς µου, Γιόζιπ Μπροζ Τίτο, έδωσε το όνοµα «Μακεδονία» σε µία από τις έξι δηµοκρατίες που συνιστούσαν τη Γιουγκοσλαβία, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η κίνηση δεν είχε σκοπό να δηµιουργήσει αλυτρωτικές διεκδικήσεις προς τις γειτονικές χώρες, µε τις οποίες η Γιουγκοσλαβία ανέπτυξε φιλικές σχέσεις και γόνιµη συνεργασία.  Επί πολλά χρόνια, οι αρχές των Σκοπίων παρουσίαζαν χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας», επεκτείνοντας «τα γεωγραφικά και εθνοτικά σύνορά της» στη Βουλγαρία, την Αλβανία και την Ελλάδα… Είναι αυτό το µοντέλο της περιφερειακής συνεργασίας που οι φίλοι µας στα Σκόπια διακηρύττουν, ότι θα ακολουθήσουν;

…Θα ήθελα να θέσω στο τραπέζι ένα απλό ερώτηµα: Αν παρουσιάσεις σε κάποιον έναν χάρτη, ο οποίος παραβιάζει την εδαφική του ακεραιότητα, τι θα περίµενες να κάνει; Να δεχτεί τις προτάσεις σου; Θα ήταν κάτι τέτοιο δυνατό;  Aπό τη στιγµή που οι χάρτες της «Μεγάλης Μακεδονίας» και η σχετική αλυτρωτική πολιτική βασίζονται και απορρέουν από το ζήτηµα της ονοµασίας, δηλαδή τον όρο «Μακεδονία», είναι ξεκάθαρο πως αυτό ο όρος δεν µπορεί να δουλέψει. …Σε µία συνέντευξη πριν από δύο χρόνια, υπογράµµισα πως «η πολιτική του Τίτο για µένα ήταν ξεκάθαρη: Ποτέ του δεν θα φλέρταρε µε την ιδέα να επιµείνει στον όνοµα ‘’Μακεδονία’’. Δεν µπορώ να καταλάβω γιατί οι πολιτικοί των Σκοπίων υπήρξαν τόσο πεισµατάρηδες στον ΟΗΕ ή οπουδήποτε αλλού, αντί να βρουν ένα λογικό διακριτό σηµείο µεταξύ αυτής της γεωγραφικής περιοχής της Ελλάδας και του νέου κράτους τους. Η πολιτική τους δεν ήταν συνετή, γιατί δεν έκαναν καµία προσπάθεια να βρουν λύση µαζί µε την Ελλάδα. Όχι, ο παππούς µου ποτέ δεν θα επέµενε σε κάτι τέτοιο…». Και συνεχίζει : «…Στους αρχαίους χρόνους, οι κάτοικοι της περιοχής της Μακεδονίας δόξαζαν τους ίδιους θεούς µε τους Έλληνες, µιλούσαν την ελληνική γλώσσα και συµµετείχαν στους Ολυµπιακούς Αγώνες, ένα προνόµιο που ήταν κατοχυρωµένο µόνο για τους Έλληνες. Όλοι οι φιλόσοφοι και οι συγγραφείς από την περιοχή της Μακεδονίας, συµπεριλαµβανοµένου του Αριστοτέλη, έγραφαν στα ελληνικά. Ο Μέγας Αλέξανδρος ο Μακεδόνας, ή όπως αλλιώς επιθυµούµε να τον αποκαλούµε, δεν διέδωσε την «µακεδονική» γλώσσα αλλά τον ελληνικό πολιτισµό και την ελληνική γλώσσα…».

Δεν πρέπει από την άλλη πλευρά να παραγνωρίζουµε τις συνέπειες της µακραίωνης –από τον 6ο αιώνα µ.Χ.- παρουσίας του σλαβικού στοιχείου στην περιοχή της ιστορικής γεωγραφικής Μακεδονίας διότι, το αντίθετο, θα οδηγούσε σε ιστορικά «κενά» και «παράδοξα» και σε ακραίες εθνικιστικές φωνές και παροξυσµό, που δε βοηθούν µια νηφάλια προσέγγιση του ζητήµατος. Η συνέχιση της  χρήση του όρου  «Μακεδονία» – χωρίς προσδιορισµό- στον τίτλο του γειτονικού κράτους  µπορεί  να  αποτελέσει  το όχηµα του αλυτρωτισµού που διεκδικεί την Ελληνική Μακεδονία έως τα Τέµπη και ως το Στρυµόνα και να δυναµιτίσει το αναγκαίο κλίµα ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας στην περιοχή. Γι’ αυτό,  απαιτείται σήµερα – και όχι αύριο-  σύνθετη λύση µε  έναν προσδιορισµό του ονόµατος «Μακεδονία» που να ισχύει “erga omnes” – «έναντι όλων» .  Η σταθερότητα του γειτονικού κράτους, καθώς και  η φιλία και η στενή συνεργασία µαζί του, για προφανείς λόγους – σήµερα περισσότερο από ποτέ άλλοτε- έχουν κεφαλαιώδη σηµασία για την Ελλάδα.

*Ο κ. Λαµτζίδης είναι Πρ. Πρόεδρος ΔΣΘ, Αντιπρόεδρος δηµοτικού συµβουλίου Καλαµαριάς

Σχολιάστε