ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Του Νίκου Καραμανλή

Παρακολουθώντας κάποιος τις δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα μετά τη συνάντηση με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, αντιλαμβάνεται πόσο δύσκολες ημέρες έρχονται όσον αφορά τα εθνικά θέματα. Ο πρωθυπουργός, με ειλικρίνεια μεν, αλλά πιθανότατα κρατώντας κάποια πράγματα και για τον ίδιο, έκανε λόγο για μία πιο δύσκολη συνάντηση. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν ο πρόεδρος της Τουρκίας έχει πλέον υπερεξουσίες «σουλτάνου», ενώ ταυτόχρονα νιώθει να βάλλεται από παντού. Με απλά λόγια, ο Ερντογάν στρογγυλοκάθισε ακόμα πιο αναπαυτικά στον θρόνο του στο «Λευκό Σεράι» μετά τον εκλογικό θρίαμβο, ωστόσο νιώθει τις αγορές να τον… πριονίζουν, με τα επιτόκια δανεισμού να χτυπούν ταβάνι, την τουρκική λίρα να κατρακυλά και τις οικονομικές προβλέψεις να είναι κάκιστες.

 

Γι’ αυτό και είναι βέβαιο ότι θα επιχειρήσει να βρει «καταφύγιο» στα εθνικά θέματα, εκεί που μέχρι σήμερα δείχνει ότι προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ μαεστρίας και σπασμωδικών κινήσεων. Τι ακριβώς ισχύει με την περίπτωση της Ελλάδας, είναι δύσκολο να αναλυθεί σε αυτές τις γραμμές. Αυτό, όμως, που με βεβαιότητα μπορεί κανείς να πει είναι ότι… μπλέξαμε. Είναι προφανές ότι ο «σουλτάνος» έχει πάρει προσωπικά το ζήτημα των δύο Ελλήνων αξιωματικών. Γι’ αυτό και κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει πότε θα επιστρέψουν στην πατρίδα. Αν προσέξει κανείς, ακόμη και ο πρωθυπουργός άλλαξε στάση στις Βρυξέλλες. Δεν είπε ότι ζήτησε από τον Ερντογάν την άμεση επιστροφή τους –όπως ήταν μέχρι σήμερα η ελληνική θέση– αλλά του ζήτησε να προχωρήσουν οι «παγωμένες» διαδικασίες.

 

Ο Τούρκος πρόεδρος θέλει μία επικοινωνιακή νίκη απέναντι σε έναν αντίπαλο –όσο κι αν… σοκάρει κάποιους, δεν θεωρεί σύμμαχο την Ελλάδα–, γι’ αυτό και θα κάνει τα πάντα για να πάρει πίσω τους οκτώ αξιωματικούς που διέφυγαν στην Αλεξανδρούπολη μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, πότε απειλώντας και πότε εκβιάζοντας. Ιδίως τώρα, που βλέπει τις αγορές να μην επικροτούν τις επιλογές του, όπως το να διορίσει υπουργό Οικονομικών τον γαμπρό του, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, στη θέση του Μεχμέτ Σιμσέκ – πρώην στελέχους της Merrill Lynch και αγαπημένου των αγορών. Ίσως το πλέον χαρακτηριστικό δείγμα ανησυχίας του δυτικού κόσμου είναι ότι το 2008 η Τουρκία προσέλκυσε ξένες επενδύσεις ύψους 25 δισ. δολαρίων, ενώ το 2017 αυτές ήταν μόλις 6 δισ. δολάρια.

 

Η Ελλάδα οφείλει να δείξει τη μέγιστη αποφασιστικότητα και ετοιμότητα απέναντι στο σχέδιο του «σουλτάνου». Ο συνδυασμός υπερεξουσιών και αφόρητων πιέσεων είναι επικίνδυνος, πολλώ δε μάλλον για έναν πολιτικό ηγέτη που δεν φημίζεται για την ψυχραιμία και τη νηφαλιότητα στις αποφάσεις του. Θα έλεγε κανείς ότι όσο περισσότερο απομακρύνεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις ΗΠΑ, τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται. Και αυτό είναι κάτι που δείχνει να αντιλαμβάνεται ο Ντόναλντ Τραμπ, όχι όμως με τον σωστό τρόπο. Γι’ αυτό και εμφανίζεται να πιέζει το Κογκρέσο για να «ξεμπλοκάρει» το ζήτημα των μαχητικών α/φ F-35, παρότι ο Ερντογάν όχι μόνο δεν άλλαξε στάση για τους ρωσικούς πυραύλους S-400, αλλά μιλάει και για άλλες συνεργασίες με τον Πούτιν.

Σχολιάστε