ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Του Νίκου Καραμανλή

Την ώρα που ο ίδιος ο πρωθυπουργός διατρανώνει ότι αφήνουμε πίσω μας τη λιτότητα, σχεδόν εννέα στους δέκα πολίτες εμφανίζονται να έχουν διαφορετική άποψη. Όπως εκτιμούν, οι περιοριστικές πολιτικές θα συνεχιστούν μέσω των υφιστάμενων συμφωνιών, που επεκτείνονταν πολύ πέραν του τρίτου μνημονίου που ολοκληρώθηκε –τυπικά– στις 20 Αυγούστου. Τα στοιχεία αυτά, που προκύπτουν για λογαριασμό του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, δείχνουν πως μετά από οκτώμισι εξοντωτικά χρόνια είναι εξόχως δύσκολο να πειστούν οι Έλληνες πολίτες ότι κάτι μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα της κυβέρνησης, αλλά και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στη φετινή Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης: Να πείσουν, δηλαδή, ότι υπάρχει ουσιαστική προοπτική για καλύτερες μέρες.

Όχι, κανείς δεν ζητάει ασωτίες ή «να βρει τον μήνα που θρέφει τους έντεκα». Όμως, είναι πολύ σημαντικό –έστω και σε επίπεδο ψυχολογίας αρχικά– να σταλούν τα μηνύματα πως κάτι αλλάζει. Ακόμη πιο ανησυχητικό από τη βεβαιότητα ότι θα συνεχιστεί η λιτότητα, είναι το γεγονός ότι περισσότεροι από δύο στους τρεις συμπολίτες μας δηλώνουν ότι τα πράγματα πηγαίνουν προς τη λάθος κατεύθυνση. Βέβαια, για να είμαστε απόλυτα δίκαιοι, καταγράφεται μία μικρή πτώση στο ποσοστό αυτών των απαισιόδοξων (σ.σ. έχει μειωθεί κατά επτά μονάδες σε σχέση με την προηγούμενη αντίστοιχη έρευνα), παραμένει ωστόσο κυρίαρχη η αίσθηση ότι το καράβι βαδίζει σε λάθος ρότα. Το τελικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι το τέλος της τυπικής «μνημονιακής» περιόδου δεν δημιουργεί μία αίσθηση «αλλαγής εποχής» κυρίως λόγω των υφιστάμενων υποχρεώσεων της χώρας έναντι των δανειστών, οι οποίες παραμένουν.

Ο σκεπτικισμός για την επόμενη ημέρα είναι διάχυτος. Τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο όμως και στο εξωτερικό. Για να καταλάβει κανείς το κλίμα που υπάρχει, οι Γερμανοί αναλυτές εκτιμούν ότι «ναι μεν η ελληνική κρίση ρυθμίστηκε, αλλά επί της ουσίας δεν παρήλθε». «Αν η Ελλάδα έχει όντως αλλάξει, παραμένει άγνωστο. Αν μη τι άλλο, οι οικονομικοί δείκτες εμπνέουν αισιοδοξία. Αλλά το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο η ανάκαμψη είναι διατηρήσιμη», υπογραμμίζουν κορυφαίοι αναλυτές. Αυτό ίσως είναι και το μεγάλο ερώτημα που θα κληθούν να απαντήσουν στη ΔΕΘ ο πρωθυπουργός και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης – ο καθένας από τη δική του σκοπιά.

Το τελευταίο που χρειάζονται να ακούσουν οι πολίτες είναι ένα νέο «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης». Αυτό τελικά ήταν που έσκισε η σημερινή κυβέρνηση και όχι τα μνημόνια. Είναι σίγουρο πως ο πρωθυπουργός θα τα έχει όλα αυτά στο μυαλό του, κι αυτό είναι κάτι που του χαλάει το αφήγημα της επόμενης ημέρας. Βέβαια, εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από αφηγήματα και ρητορικές, αλλά από λύσεις. Κι όπως πλείστες όσες φορές έχουμε επαναλάβει απ’ αυτήν εδώ τη γωνιά, ο ιδιωτικός τομέας είναι ο μόνος που μπορεί να αποτελέσει ατμομηχανή ανάπτυξης! Εν αναμονή λοιπόν…

Σχολιάστε