ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

Συνέντευξη στην Έλενα Καραβασίλη

Το πολύκροτο µυθιστόρηµα του Όσκαρ Ουάιλντ «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», θα «ανέβει» στη σκηνή του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης από τις 2 έως τις 4 Φεβρουαρίου, υπό τις οδηγίες της καταξιωµένης και ταλαντούχας καλλιτεχνικής διευθύντριας Τατιάνας Παπαδοπούλου. Αποφοίτησε µε υποτροφία από τη Royal Academy of Dance του Λονδίνου, είναι καλλιτεχνική διευθύντρια της οµάδας σύγχρονου χορού «Χορευτές του Βορρά», των αναγνωρισµένων σχολών από το κράτος «Arabesque», καλλιτεχνική υπεύθυνη του Φεστιβάλ Χορού «Μotum» του δήµου Καλαµαριάς και performers manager του Tedx Thessaloniki. Η ίδια µιλά στην Karfitsa για τη διαφορετική προσέγγιση που έδωσε στην παράσταση, την επιστροφή της στην Ελλάδα, τα µελλοντικά της σχέδια αλλά και τις… δυνατότητες που (δεν) υπάρχουν στη Θεσσαλονίκη.

Τι θα δούµε από τους «Χορευτές του Βορρά» στην παράσταση  «Tο πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι»; 

Θα έχετε την ευκαιρία να απολαύσετε µία  παράσταση σύγχρονου χορού µε πολλά χοροθεατρικά στοιχεία. Η ιστορία µας θίγει το θέµα του ηδονισµού, της φιλαυτίας όπως αντικατοπτρίζεται στο φαίνεσθαι και την εµµονή των σύγχρονων ανθρώπων µε την εξωτερική τους εµφάνιση. Μετά την προγενέστερη ενασχόλησή µου µε το συγγραφέα Όσκαρ Ουάιλντ και το πρώτο έργο που µετέφεραν µε επιτυχία οι «Χορευτές του Βορρά» στο φεστιβάλ Δάσους του ΚΘΒΕ, «Τα γενέθλια της Ινφάντα», νιώθω ότι έχω έρθει ένα βήµα πιο κοντά στη σκέψη και τη σύλληψη του συγγραφέα όσον αφορά στα κοινωνικά θέµατα που αγγίζει. Με το συγκεκριµένο έργο θέλουµε να στρέψουµε τον θεατή να κοιτάξει τη δική του αντανάκλαση στον καθρέφτη και να συνοµιλήσει µε το εγώ του.

Πως εµπνευστήκατε αυτήν την διαφορετική προσέγγιση του µυθιστορήµατος του Όσκαρ Ουάιλντ; Θέλετε να περάσετε κάποιο µήνυµα µέσα από αυτό;

Όπως σας ανέφερα, είναι η δεύτερη φορά που ασχολούµαι µε έργο του Όσκαρ Ουάιλντ. Νιώθοντας πιο ασφαλής ότι τα νοήµατα δε θα χαθούν, η σκέψη µας ήταν ότι δεν θέλαµε η παράσταση να είναι µια στεγανότυπη περιγραφή του βιβλίου. Ανταλλάξαµε λοιπόν και τους ρόλους και δώσαµε τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Ντόριαν σε µία γυναίκα. Η επιλογή διανοµής cross gender εκφράζει µία ανάγκη να καταδείξουµε ότι οι γυναίκες στη σηµερινή εποχή ταλανίζονται πιο πολύ από την εµµονή µε την όψη, αλλά και ταυτόχρονα ότι είναι ένα φαινόµενο που δεν κάνει διακρίσεις φύλων, ηλικίας, χαρακτήρων ή µορφών. Επειδή ακριβώς είναι ένα γενικότερο φαινόµενο µε αποκορύφωµα τη φρενίτιδα των social media και της επεξεργασίας των φωτογραφιών µε τρόπο που µοιάζουν ενίοτε πανοµοιότυπες, θα θέλαµε να αφιερώσουµε το έργο σε όσους δε µπορούν να αντισταθούν στην ανάρτηση µίας selfie!  Το πιο ωραίο χαµόγελο είναι αυτό της ψυχής µας, αυτό όλοι µας το γνωρίζουµε αλλά λίγοι το συνειδητοποιούµε.

Είχατε µία καταξιωµένη και πολλά υποσχόµενη καριέρα στο Λονδίνο, πως αποφασίσατε να επιστρέψετε στην Ελλάδα;

Οι καλλιτέχνες ως γνωστόν είµαστε έντονα συναισθηµατικοί και παρορµητικοί χαρακτήρες. Γύρισα στην Ελλάδα, στην Αθήνα συγκεκριµένα, για έναν έρωτα. Ερωτική µετανάστρια, λοιπόν, σε άλλη πόλη, ενώ ζούσα από τα 16 µου στο Λονδίνο µε την υποτροφία σπουδών που είχα πάρει. Μετά όµως από ένα σοβαρότατο τραυµατισµό στην σπονδυλική µου στήλη  επέστρεψα και πάλι πίσω στην αφετηρία µου, στη γενέτειρα πόλη µου, τη Θεσσαλονίκη. Όταν επανήλθα, το 1994, δηµιούργησα την οµάδα «Οι Χορευτές του Βορρά» µε τον Γ. Μαργαρώνη και το 1998 ανέλαβα εξ ολοκλήρου την καλλιτεχνική διεύθυνση της οµάδας.  Ένιωσα την ανάγκη, ιδίως µετά το ατύχηµα και τις δύσκολες εκείνες ώρες, µέρες, µήνες, να συµβάλλω,  να βάλω κι εγώ ένα λιθαράκι στο οικοδόµηµα πολιτισµού στην πόλη που µε γέννησε και η οποία µε κράτησε κοντά της όλα αυτά τα χρόνια.

Ποια θα λέγατε ότι ήταν -µέχρι σήµερα- η παράσταση της ζωής, είτε ως χορεύτρια είτε ως χορογράφος;

Ως χορογράφος, δεν ήταν παράσταση. Ήταν απλά ένα κοµµάτι το οποίο έχω χορογραφήσει µέσα σε µόλις δύο ώρες. Είναι ένα µελοποιηµένο ποίηµα του Ελύτη που µου είχαν κάνει δώρο σε µορφή CD και µου χάρισαν την πιο αυθόρµητη και γεµάτη συγκινήσεις χορογραφία µου. Ως χορεύτρια νοµίζω θα διάλεγα την πρώτη επαγγελµατική µου παράσταση κλασσικού µπαλέτου στο Λονδίνο στο ρόλο της Κίτρι από τον Δον Κιχώτη. Αγαπηµένος ρόλος και ποτέ δε θα ξεχάσω αυτήν την αίσθηση της πληρότητας σαν να κατέχεις τον κόσµο όλο, όταν πρωτοκοίταξα από την κουίντα το κατάµεστο και τεράστιο, για τα έως τότε µάτια µου, θέατρο.

Η Θεσσαλονίκη, είναι µία πόλη που δίνει δυνατότητες σε χορευτές και χορογράφους να ανελιχθούν και να αναδειχτούν;

Δε συνηθίζω να είµαι απαισιόδοξη αλλά θα τολµήσω να πω πως δυστυχώς όχι. Κάποτε υπήρχε τουλάχιστον το χοροθέατρο του ΚΘΒΕ που πλέον δεν υφίσταται. Σήµερα, αποφοιτούν καθηγητές χορού από Επαγγελµατικές Σχολές της πόλης, αλλά δεν υπάρχει η δυνατότητα να εργαστούν ως χορευτές, διότι στις οµάδες χορού τα χρήµατα που κερδίζουν είναι 300-400 ευρώ ΤΟ ΧΡΟΝΟ! Στην Αθήνα, οι δυνατότητες είναι σαφώς περισσότερες γιατί υπάρχει και πληθυσµιακά περισσότερο κοινό να στηρίξει τις παραστάσεις, είναι η Εθνική Λυρική Σκηνή, γενικότερα τα πολιτιστικά δρώµενα, ως πρωτεύουσα, εδράζουν εκεί. Το να έχεις ανέλιξη στη Θεσσαλονίκη ως χορευτής είναι αδύνατον! Όσα παιδιά από την πόλη µας κάνουν καριέρα έχουν φύγει στο εξωτερικό ή έστω στην Αθήνα. Αλλά θεωρώ ότι ευθυνόµαστε κι εµείς, το κοινό δηλαδή, γιατί γίνονται παραστάσεις αλλά δεν τις στηρίζουµε και δεν πηγαίνουµε να τις δούµε. Όλα είναι κύκλος κι εάν δεν στηρίζουµε τέτοιες παραστάσεις, επαφιόµενοι στη µιζέρια και στο πνευµατικό τέλµα, θα πάψουν να υπάρχουν κι αυτές οι λίγες.

Ποιοι είναι οι επόµενοί σας στόχοι/project για τους «Χορευτές του Βορρά»;  

Επειδή είναι πολύ κουραστικό και χρονοβόρο να στήσεις από το µηδέν µία τέτοια παράσταση έως το τελικό αποτέλεσµα, στόχος µας είναι το ίδιο έργο να µπορέσει να ταξιδέψει σε όσο περισσότερες πόλεις µπορούµε. Δε σας κρύβω όµως ότι επιθυµία µας είναι και η παρουσίαση του έργου στο εξωτερικό, για το στόχο αυτό άλλωστε γίνονται ήδη προσπάθειες κι έχουν υπάρξει και απροσδόκητες προσκλήσεις σε Φεστιβάλ.

Πέραν από τους Χορευτές του Βορρά ασχολείστε µε κάποια άλλη καλλιτεχνική δραστηριότητα;

Τα τελευταία δύο χρόνια είµαι καλλιτεχνική υπεύθυνη και πολύ περήφανη για το δρώµενο αυτό, στο Φεστιβάλ Χορού MOTUM, που διοργανώθηκε µε πρωτοφανή επιτυχία στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριµένα στην Καλαµαριά. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, εκτός από τις παραστάσεις που δίνονται και απαρτίζονται κυρίως από Έλληνες χορευτές ή χορογράφους µε διεθνή καριέρα  διενεργούνται master classes κατά το πρότυπο αντίστοιχων διοργανώσεων του εξωτερικού και παραδίδονται δωρεάν µαθήµατα, µε προτεραιότητα σε επαγγελµατίες χορευτές και χορογράφους όχι µόνο της Θεσσαλονίκης αλλά και της ευρύτερης Ελλάδας. Σας προσκαλώ λοιπόν, εάν ευδοκιµήσουν οι προσπάθειές µου για τη διοργάνωσή του για τρίτη συνεχή χρονιά τον Απρίλιο 2018, να παραβρεθείτε στις παραστάσεις αξιόλογων έργων αλλά και στα εκπαιδευτικού χαρακτήρα master classes για να δείτε από κοντά την προσπάθεια προσφοράς πολιτισµού.

Σχολιάστε