ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
ΦΩΤΟ ΣΑΒΒΑΣ ΑΥΓΗΤΙΔΗΣ

Του Γιώργου Σαρρή

Οταν οι νοµικές υπηρεσίες του Μεγάρου Μαξίµου αντιλήφθηκαν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόµενο να µην υπερψηφίσει ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καµµένος µια ενδεχόµενη συµφωνία που θα έρθει στη Βουλή µέχρι τα τέλη Μαΐου για την επίλυση του ζητήµατος του ονόµατος της γειτονικής FYROM εάν εµπεριέχει τον όρο «Μακεδονία», αµέσως µπήκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άνοιξαν ένα αρχείο Excel που έχουν στον σκληρό δίσκο. Σε αυτό, έχουν καταχωρήσει τα ονόµατα και τα τηλέφωνα όλων των καθηγητών Συνταγµατικού Δικαίου που διδάσκουν στη χώρα µας.

Χωρίς περιστροφές, αποτάθηκαν σε κάποιους από αυτούς, ζητώντας να τους καταθέσουν το συντοµότερο δυνατό γνωµοδοτήσεις, µε το εξής απλό ερώτηµα: «Σε περίπτωση που η Κοινοβουλευτική Οµάδα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων δώσει αρνητική ψήφο στη σχετική συµφωνία ή απέχει από τη διαδικασία, χάνεται η δεδηλωµένη της κυβέρνησης ή όχι;».

Κρίσιµο το ερώτηµα

Το ερώτηµα φαντάζει εξαρχής ιδιαίτερα κρίσιµο, ιδίως εάν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι στο πρωθυπουργικό γραφείο έχουν φθάσει πληροφορίες ότι ανάλογες εκθέσεις έχει ζητήσει και η Νέα Δηµοκρατία, προκειµένου να δηµιουργήσει πρόβληµα στη συγκυβέρνηση. Όπως αναφέρει άνθρωπος που έχει γνώση των σηµειωµάτων που κατατέθηκαν προς το γραφείο του Αλέξη Τσίπρα, η συντριπτική πλειοψηφία των συνταγµατολόγων αποφαίνεται ότι η διεθνής συµφωνία που θα προκύψει, εάν οι διακρατικές διαπραγµατεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ κριθούν επιτυχείς, δύναται να περάσει µε τις θετικές 151 βουλευτών, ακόµη και εάν οι 145 προέρχονται από την Κοινοβουλευτική Οµάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι υπόλοιποι (τουλάχιστον έξι) ανήκουν στις τάξεις της Νέας Δηµοκρατίας, της Δηµοκρατικής Συµπαράταξης, της Χρυσής Αυγής, του ΚΚΕ, της Ένωσης Κεντρώων, του Ποταµιού ή είναι απλώς ανεξάρτητοι. Το γεγονός ότι µπορεί να µην ανήκουν στους ΑΝΕΛ δεν αλλάζει τους συνολικούς κυβερνητικούς συσχετισµούς.

Οι δηλώσεις κυβερνητικών

Στο πλαίσιο αυτό, διόλου τυχαία δεν θα πρέπει να θεωρείται η δήλωση που έκανε για το Σκοπιανό προ ηµερών στη δηµόσια τηλεόραση ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης. Όπως είπε, «η κυβέρνηση τολµάει να βάλει τον δάχτυλον επί τον τύπον των ήλων σε πολύ δύσκολα προβλήµατα που επί χρόνια δεν είχαν λυθεί […]. Δεν θα υπάρξει ενδοκυβερνητικό πρόβληµα. Δεν θα υπάρχει θέµα έκφρασης δυσπιστίας ή δεδηλωµένης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο». Σε ανάλογο µήκος κύµατος είχε κινηθεί παλαιότερα και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, που δεν θα πρέπει να ξεχνάµε ότι φέρει και την ιδιότητα του συνταγµατολόγου. Μιλώντας στα τέλη Σεπτεµβρίου του 2017 για την πορεία της συγκυβέρνησης, είχε σηµειώσει µεταξύ άλλων ότι «λένε ανοησίες όσοι υποστηρίζουν ότι θα υπάρξει απώλεια της δεδηλωµένης εάν δεν υπερψηφιστεί ένα νοµοσχέδιο σε περίπτωση που δεν συναινέσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Η δεδηλωµένη χάνεται µόνο µε τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 84 του Συντάγµατος. Όλα τα άλλα συνιστούν απλώς προπαγανδιστικές κινήσεις απόγνωσης όσων είχαν επενδύσει στο σενάριο της “αριστερής παρένθεσης”».

Τι προβλέπει όµως το εν λόγω άρθρο του Συντάγµατος; Βάσει των γνωµοδοτήσεων που έχουν φθάσει στο Μέγαρο Μαξίµου αλλά και της άποψης που εκφέρει η συντριπτική πλειοψηφία των νοµικών σε ζητήµατα Συνταγµατικού Δικαίου, µια κυβέρνηση, εάν δεν παραιτηθεί, πέφτει µόνο σε δύο περιπτώσεις.

Πρώτον, εάν δεν λάβει ψήφο εµπιστοσύνης από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών – η οποία όµως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέµπτα του όλου αριθµού των βουλευτών (δηλαδή τουλάχιστον 120 εκπροσώπων του έθνους).

Δεύτερον, εάν κατατεθεί από τουλάχιστον 50 βουλευτές πρόταση δυσπιστίας και αυτή ακολούθως εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθµού των βουλευτών – δηλαδή θα πρέπει να ταχθούν υπέρ της δυσπιστίας τουλάχιστον 151 βουλευτές.

Όπως έχει τονίσει σε ανύποπτο χρόνο και ο καθηγητής του Συνταγµατικού Δικαίου στο Τµήµα Πολιτικής Επιστήµης και Δηµόσιας Διοίκησης του Πανεπιστηµίου Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρέλης, αφότου µετά από εθνικές εκλογές σχηµατισθεί κυβέρνηση και λάβει ψήφο εµπιστοσύνης, η επίκληση της δεδηλωµένης, δεν έχει νοµικά καµία σηµασία. «Ακόµα και εάν ο συνολικός αριθµός των βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης υπολείπεται της απόλυτης πλειοψηφίας κατά την ψήφιση ενός σηµαντικού νοµοσχεδίου, συνταγµατικά δεν τίθεται θέµα απαλλαγής της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της. Ο µόνος τρόπος για να απαλλαγεί είναι είτε να παραιτηθεί είτε να χάσει την εµπιστοσύνη της Βουλής µε τις συγκεκριµένες διαδικασίες που προβλέπονται», τις οποίες και προαναφέραµε.

Οι χειρισµοί της αντιπολίτευσης

Στον αντίποδα πάντως, βουλευτές της µείζονος αντιπολίτευσης έλεγαν σε ένα από τα «πηγαδάκια» που είχαν στήσει στο εντευκτήριο της Βουλής, λίγο πριν την ψηφοφορία για το πολυνοµοσχέδιο την περασµένη Δευτέρα το βράδυ, ότι δεν µπορεί να ταυτίζεται µια διαφοροποίηση βουλευτών της συγκυβέρνησης σε επιµέρους άρθρα ενός νοµοσχεδίου µε την άρνησή τους να ψηφίσουν σε ένα θέµα µείζονος εθνικής σηµασίας, όπως είναι αυτό για την τελική ονοµασία που θα πάρει η ΠΓΔΜ. Ουσιαστικά δηλαδή, µε όσα έλεγαν, έθεταν ζήτηµα ηθικότητας και όχι τόσο πολύ συνταγµατικότητας. Άλλωστε οι βουλευτές της ΝΔ γνωρίζουν καλά πως ακόµη κι αν θέσουν ζήτηµα προτάσεως δυσπιστίας, αυτή θα καταπέσει, αφού ο κυβερνητικός συνασπισµός δεν δείχνει διατεθειµένος να απαγκιστρωθεί από την εξουσία και το πιθανότερο είναι να εξαντλήσει την τετραετή θητεία – τουλάχιστον αυτό προκύπτει από τα µέχρι στιγµής πολιτικά δεδοµένα.

Να θυµίσουµε πάντως ότι στις 14 Αυγούστου 2015 είχε εγκριθεί από τη Βουλή το 3ο µνηµόνιο χωρίς ο κυβερνητικός συνασπισµός να έχει την πλειοψηφία στην ψηφοφορία, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψε συνολικά 47 απώλειες (32 βουλευτές του είπαν «όχι», 11 δήλωσαν «παρών» και άλλοι τέσσερις διαφοροποιήθηκαν σε επιµέρους άρθρα, µε τους περισσότερους να ακολουθούν κατόπιν τον Παναγιώτη Λαφαζάνη στο νέο του πολιτικό εγχείρηµα). Τότε η δανειακή σύµβαση είχε ψηφιστεί (και) µε τη σύµπραξη της Νέας Δηµοκρατίας, αλλά ακολούθως ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να παραιτηθεί και να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, τις οποίες και κέρδισε εκ νέου τον Σεπτέµβριο του 2015. Το τι θα ακολουθήσει σε µια τυχόν νέα σηµαντική κοινοβουλευτική διαφοροποίηση τώρα, µένει να διαφανεί…

Σχολιάστε