Σου έχει τύχει ποτέ να περνάς πολύ όμορφα την Κυριακή σου και ξαφνικά μία σκέψη να σου χαλάει τη διάθεση; «Αύριο Δευτέρα, ποιος πάει για δουλειά;». Σου έχει τύχει ποτέ να είσαι σε μια δουλειά που δεν την παλεύεις, αλλά να μένεις από ανάγκη ή από ανασφάλεια; Σου έχει τύχει να σου αρέσει η δουλειά που κάνεις, αλλά να μη θες να πας λόγω του κακού κλίματος ή του τοξικού προϊσταμένου σου; Ίσως ακόμα και τη στιγμή που διαβάζεις αυτό το κείμενο να βρίσκεσαι σε μία τέτοια κατάσταση. Εδώ, θέλω να σου κάνω ίσως την πιο σημαντική ερώτηση: Γιατί; Γιατί να υπομένεις για χρόνια μία κατάσταση που δεν αντέχεις; Γιατί να βασανίζεις τον εαυτό σου και να τον έχεις πείσει ότι δεν έχεις εναλλακτικές ή ότι δεν αξίζεις καλύτερα; Γιατί δεν κάνεις κάτι για να βελτιώσεις τη ζωή σου;
Πριν βιαστείς να κρίνεις, δε σου κάνω όλες αυτές τις ερωτήσεις εκ του ασφαλούς. Θυμάμαι περίπου το 2016-17, εν μέσω capital controls και τρίτου μνημονίου, βρισκόμασταν ακόμα βαθιά μέσα στην κρίση. Όποια δουλειά και να έκανες τότε έλεγες «ευχαριστώ». Έτσι αισθανόμουν εγώ και οι περισσότεροι Έλληνες. Εργαζόμουν τότε σε μία μικρομεσαία επιχείρηση. Πενθήμερο, οκτάωρο και με πλήρη ασφάλιση. «Αιώνιος» φοιτητής (χρωστούσα σχεδόν όλα τα μαθήματα και είχα παρατήσει τη σχολή), χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, κοινώς «αποτυχημένος», σε μια δουλειά που δε μου άρεσε, σε ένα περιβάλλον που ένιωθα αταίριαστος και με μία καθημερινότητα που δεν άντεχα. ΑΛΛΆ είχα την τύχη να έχω σταθερό μισθό. Πού αλλού θα έβρισκα αυτά τα 430€; Για όσους δε θυμούνται, ο τότε υποκατότατος μισθός, για νέους κάτω των 25, ήταν στα 430€ καθαρά. Παρά την ανασφάλεια, το φόβο, την παντελή έλλειψη αυτοπεποίθησης και την αίσθηση αποτυχίας που κουβαλούσα, χάρη και σε 2-3 θετικές επιρροές στον περίγυρό μου, αποφάσισα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει. Και ξέρεις γιατί; Δεν ήταν τα ελάχιστα χρήματα το βασικό μου πρόβλημα. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν ότι δεν άντεχα άλλο την κατάστασή μου.
Για μήνες, κάθε πρωί ξυπνούσα και κοιμόμουν μηχανικά, χωρίς απολύτως κανένα σκοπό στη ζωή μου, χωρίς όνειρα, χωρίς όρεξη να εργαστώ. Είχα πάρει κιλά, η αυτοπεποίθησή μου είχε μειωθεί και γενικά η ψυχολογία μου ήταν χάλια. Με τον καιρό, συνειδητοποίησα ότι η επιρροή της εργασίας μου στην καθημερινότητά μου ήταν πολύ μεγαλύτερη από όσο αρχικά φανταζόμουν. Ήταν σοκαριστικό όταν συνειδητοποίησα ότι από τα 24 μου έως τα 67, μεσολαβούσαν ακόμα 43 χρόνια εργασίας. Πώς θα ήταν δυνατόν να καταδικάσω τον εαυτό μου σε ακόμα 43 χρόνια ζωής και καθημερινότητας που μισούσα; Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι τίποτα δε θα άλλαζε από μόνο του. Το να πάρω την ευθύνη της ζωής μου και των αποφάσεών μου ήταν μονόδρομος.
Η ψυχική υγεία στην εργασία έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα και τη λειτουργικότητά μας. Πολλές μελέτες αναφέρουν ότι οι εργαζόμενοι που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας στο χώρο εργασίας είναι πιο πιθανό να βιώνουν άγχος και κατάθλιψη, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τόσο την προσωπική όσο και την επαγγελματική τους ζωή. Σε αντίθεση με τη στερεοτυπική άποψη που έχουν οι περισσότεροι, η έλλειψη της ψυχικής μας υγείας δε συνδέεται απαραίτητα με την ύπαρξη κάποιας ψυχικής διαταραχής. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, Ψυχική Υγεία είναι μια κατάσταση ευημερίας στην οποία το άτομο συνειδητοποιεί τις ικανότητές του, μπορεί να αντιμετωπίσει τις κανονικές πιέσεις της ζωής, μπορεί να εργαστεί παραγωγικά και να συνεισφέρει στην κοινότητα. Δεν αναφέρεται μόνο στην απουσία ψυχικών διαταραχών, αλλά περιλαμβάνει επίσης τη συναισθηματική, ψυχολογική και κοινωνική ευημερία.
Ο ψυχικά υγιής άνθρωπος λοιπόν, είναι εκείνος που μεταξύ άλλων «μπορεί να εργαστεί παραγωγικά και να συνεισφέρει στην κοινότητα». Δεν είναι κρίμα 4 στους 10 εργαζόμενους παγκοσμίως να βιώνουν έντονο καθημερινό άγχος (world economic forum); Δεν είναι άδικο 6 στους 10 (στην Ευρώπη 7 στους 10) να δηλώνουν ότι δεν είναι «αφοσιωμένοι» στην εργασία τους, ενώ οι 2 από αυτούς να δηλώνουν ρητά ότι είναι δυστυχισμένοι (Gallup); Ποιος ευθύνεται όμως για αυτή την κατάσταση; Οι εταιρείες; Οι managers; Ο καθένας μας ατομικά; Ή μήπως όλοι οι παραπάνω;
Παρόλο που είμαστε ένα είδος το οποίο κατάφερνε να επιβιώνει για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια χάρη στην ομαδικότητά του, τους τελευταίους αιώνες έχουμε οικοδομήσει άκρως ανταγωνιστικές κοινωνίες, με τις εταιρείες, που ανθίζουν εδώ και δεκαετίες, να έχουν διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο σε αυτό. Απαιτητικοί στόχοι, αυστηρά μοντέλα διοίκησης, τακτική μαζικών απολύσεων, ελλιπώς εκπαιδευμένοι managers, είναι μόνο μερικές από τις βασικές πηγές άγχους και στρες για πολλούς εργαζόμενους παγκοσμίως. Το περιβάλλον και η κουλτούρα, οι βασικότεροι παράγοντες που επηρεάζουν την εργασιακή ικανοποίηση, κατά κύριο λόγο καθορίζονται από τις διοικήσεις των οργανισμών. Όπως γράφει ο εξαιρετικός Simon Sinek «Οι ηγέτες έχουν το καθήκον να δημιουργούν έναν κύκλο ασφαλείας, όπου οι εργαζόμενοι αισθάνονται ασφαλείς και προστατευμένοι, όπως τα παιδιά στηρίζονται στους γονείς τους για ασφάλεια και φροντίδα».
Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια, πολλοί μεγάλοι οργανισμοί φαίνεται ότι έχουν αντιληφθεί αυτή την ευθύνη (ιδιαίτερα μετά την πανδημία) και πλέον θέτουν ως προτεραιότητα την ασφάλεια και την ευημερία των εργαζομένων. Αρκεί όμως αυτό; Αρκεί να καθιερώσουμε ένα team building το χρόνο, μερικά early Fridays και αρκετό home office ή απλά να αποφασίσουμε ότι πλέον ο εργαζόμενος αποτελεί προτεραιότητα; Μπορεί οι διευθύνοντες τους οργανισμούς να έχουν τις καλύτερες προθέσεις. Αυτοί όμως που καλούνται να εφαρμόσουν αυτές τις αποφάσεις, οι πρεσβευτές των αξιών και της κουλτούρας είναι άλλοι. Το middle management, όσοι δηλαδή έχουμε την τύχη και την ευθύνη να διαχειριζόμαστε ανθρώπους και να παίρνουμε αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα τις ζωές τους, έχουμε ίση, αν όχι μεγαλύτερη ευθύνη. Αν οι διοικήσεις των οργανισμών είναι οι γονείς, εμείς είμαστε τα μεγάλα αδέρφια. Και όπως ο μεγάλος αδερφός, με την εμπειρία του και με αίσθημα ευθύνης, θα προστατέψει τον μικρό από τις κακοτοπιές, αντίστοιχα κι εμείς οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο. Οφείλουμε να προστατεύουμε, να εκπαιδεύουμε και να καθοδηγούμε. Να ακούμε και να συμπαραστεκόμαστε. Να παίρνουμε αποφάσεις όχι μόνο με γνώμονα το καλό της εταιρείας, αλλά και το καλό των ανθρώπων μας, τα οποία θα έπρεπε πάντα να ταυτίζονται.
«Ωραία τα γράφεις» σε ακούω να λες, «αλλά πόσες μεγάλες εταιρείες υπάρχουν στην Ελλάδα; Πόσοι εκπαιδευμένοι managers με αίσθημα ευθύνης; Η πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού απασχολείται σε μικρές και μεσαίες ή σε οικογενειακές επιχειρήσεις. Σε επιχειρήσεις που πασχίζουν να τα βγάλουν πέρα, από τις οποίες εκλείπουν ακόμα και τα αυτονόητα εργασιακά δικαιώματα». Εδώ λοιπόν ερχόμαστε στον άνθρωπο που έχει τη μεγαλύτερη ευθύνη από κάθε άλλον για τη ζωή σου…ΕΣΕΝΑ! Εσένα που κάθε πρωί ξυπνάς και πηγαίνεις για δουλειά με το ζόρι, μόνο και μόνο για να βγεις έξω το Σ/Κ και να ξεχαστείς. Εσένα που μαραζώνεις τη μισή Κυριακή, γιατί δε θες τη Δευτέρα να πας για δουλειά. Εσένα που διαπραγματεύεσαι εδώ και δύο μήνες 3 μέρες άδεια. Εσένα που σπαταλάς το απόγευμά σου κλαίγοντας ή κράζοντας τον τοξικό συνάδελφο ή τον τοξικό manager. Εσένα που επιστρέφεις εξουθενωμένος από τη δουλειά και δεν έχεις το κουράγιο να χαμογελάσεις στον/στην σύντροφό σου ή να παίξεις με το παιδί σου που σε περίμενε όλο το απόγευμα. Εσένα που αφήνεις αυτή τη μία και μοναδική ζωή που έχεις να περνάει μπροστά από τα μάτια σου, ενώ εσύ έχεις το ρόλο του απλού θεατή.
Ναι, είναι δύσκολο να ορθώσεις ανάστημα εκεί που σου συμπεριφέρονται άσχημα. Είναι πολύ δύσκολο να δοκιμάσεις μία νέα δουλειά ή μία νέα καριέρα με τα έξοδα να τρέχουν και τις υποχρεώσεις να σε πνίγουν. Είναι δύσκολο να βγεις από τη ζώνη άνεσής σου και να ρισκάρεις να πας κάπου που εν τέλει μπορεί να είναι χειρότερα. Τουλάχιστον εδώ τα χάλια είναι γνώριμα και τα έχεις συνηθίσει. Ξέρεις τι είναι πιο δύσκολο όμως; Να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέπτη σε 10, 20, 30 χρόνια από τώρα και να σε ρωτήσει γιατί. Γιατί δεν κυνήγησες το όνειρό σου. Γιατί επέτρεψες να ζήσεις μια ζωή μέσα στην αμφιβολία, το φόβο και το «αν». Γιατί δεν έκανες μία παραπάνω προσπάθεια να ζήσεις μία καλύτερη ζωή, μία ζωή που άξιζες αλλά διεκδίκησε κάποιος άλλος που νίκησε τους φόβους του.
Να σου πω και κάτι τελευταίο; Είναι οκ να φοβάσαι. Όλοι φοβόμαστε. Γενναίος δεν είναι αυτός που δε φοβάται, αλλά αυτός που αναγνωρίζει το φόβο του και ζητάει βοήθεια. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι στον περίγυρό μας, ή επαγγελματίες, που μπορούν και θέλουν να μας βοηθήσουν, αρκεί να τους το ζητήσουμε. Για να παραφράσω τον Ευαγγελιστή Ματθαίο «Ζήτα και θα σου δοθεί».


