Η ενεργειακή γεωπολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί ένα δυναμικό πεδίο έντονου ανταγωνισμού, με το Ισραήλ και την Τουρκία να επιδιώκουν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στην εκμετάλλευση και μεταφορά των πλούσιων κοιτασμάτων φυσικού αερίου της περιοχής. Ο ανταγωνισμός αυτός έχει ενταθεί, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει τη μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης από τη Ρωσία, ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το Ισραήλ, έχοντας ανακαλύψει σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου, στοχεύει στην ανάδειξή του ως βασικού προμηθευτή ενέργειας για την Ευρώπη. Κεντρικό έργο αυτής της στρατηγικής είναι ο αγωγός EastMed, ο οποίος προβλέπεται να μεταφέρει φυσικό αέριο από τα ισραηλινά κοιτάσματα μέσω Κύπρου και Ελλάδας προς την Ιταλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Το έργο αυτό ενισχύει τη στρατηγική συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κύπρο, καθιστώντας τις δύο χώρες κομβικούς εταίρους στη μεταφορά ενέργειας προς την ευρωπαϊκή αγορά. Παράλληλα, το Ισραήλ έχει ήδη συνάψει συμφωνίες εξαγωγής φυσικού αερίου προς την Αίγυπτο, όπου υγροποιείται και αποστέλλεται προς ευρωπαϊκές αγορές, ενισχύοντας περαιτέρω τον ρόλο του ως περιφερειακού εξαγωγέα ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία επιδιώκει να αξιοποιήσει τη στρατηγική της θέση και τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ώστε να καταστεί κεντρικός ενεργειακός κόμβος μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η Άγκυρα έχει εκφράσει ενδιαφέρον για συνεργασία με το Ισραήλ, προωθώντας την κατασκευή αγωγού που θα μεταφέρει ισραηλινό φυσικό αέριο μέσω τουρκικού εδάφους προς την Ευρώπη. Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του σχεδίου παραμένει αβέβαιη λόγω των πολιτικών εντάσεων μεταξύ των δύο χωρών, ιδίως της υποστήριξης που παρέχει η Τουρκία στη Χαμάς, γεγονός που έχει οδηγήσει σε σοβαρές διπλωματικές αντιπαραθέσεις. Για το λόγο αυτό, η Άγκυρα αναζητά εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου μέσω συνεργασιών με χώρες όπως το Κατάρ και η Συρία, επιδιώκοντας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της επιλογές και να μειώσει ταυτόχρονα την εξάρτησή της από τη Ρωσία και το Ιράν.
Η σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας στον ενεργειακό τομέα καταδεικνύει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των στρατηγικών τους, καθώς αμφότερες οι χώρες επιδιώκουν να διαδραματίσουν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση του ενεργειακού χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου και της Ευρώπης.
Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να παρατηρηθεί ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν διαχρονικά στενές σχέσεις με το Ισραήλ, παρέχοντας στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη στο Τελ Αβίβ. Η πρόσφατη επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ εκτιμάται ότι θα ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη συνεργασία, δεδομένης της ιδιαίτερα φιλοϊσραηλινής του στάσης κατά την προηγούμενη θητεία του. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει την αμέριστη υποστήριξή του προς το Ισραήλ, ενώ πρόσφατα πρότεινε οι ΗΠΑ να αποκτήσουν τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας, μια πρόταση που προκάλεσε σοκ και σημαντικές διεθνείς αντιδράσεις. Η ισχυροποίηση της υποστήριξης των ΗΠΑ προς το Ισραήλ αναμένεται να επηρεάσει τις περιφερειακές ισορροπίες, προκαλώντας περαιτέρω εντάσεις με την Τουρκία, η οποία έχει επανειλημμένα καταδικάσει τις ισραηλινές ενέργειες στη Γάζα και υποστηρίζει την Παλαιστινιακή υπόθεση.
Η στρατηγική σύγκλιση μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, σε συνδυασμό με την ενισχυμένη υποστήριξη των ΗΠΑ, αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τις ενεργειακές συνεργασίες της Ελλάδας με το Ισραήλ και την Κύπρο ως απειλή για τα δικά της συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, η Τουρκία επιδιώκει να αμφισβητήσει την κυριαρχία της Ελλάδας στην περιοχή μέσω της προώθησης των δικών της σχεδίων εξερεύνησης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, προκαλώντας συχνά εντάσεις.
Ωστόσο, η Ελλάδα, μέσα από τη διπλωματική και στρατηγική συνεργασία της με το Ισραήλ, την Κύπρο και άλλους περιφερειακούς εταίρους, έχει καταφέρει να ενισχύσει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο και να συμβάλει στη σταθερότητα και ασφάλεια της περιοχής. Η εξέλιξη αυτών των σχέσεων και οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή θα εξαρτηθούν σημαντικά από τις πολιτικές εξελίξεις στις ΗΠΑ και τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η νέα αμερικανική ηγεσία έναντι του Ισραήλ, της Τουρκίας και της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.
*Ο Αλέξανδρος Δεσποτόπουλος είναι διεθνολόγος, Ερευνητής στο τμήμα Τουρκικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών



