Μια πρωτοχρονιάτικη βόλτα από το λιμάνι ως τη Βαλαωρίτου, για να θυμηθούμε
τι μας χαλάει, τι μας φτιάχνει και γιατί, παρά τα πάντα, αυτή η πόλη μας αξίζει
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Την πρώτη μέρα του χρόνου η Θεσσαλονίκη δεν ξυπνάει. Ανοίγει απλώς το ένα μάτι. Το άλλο το κρατάει κλειστό, από συνήθεια. Από υγρασία. Από χρόνια εμπειρία.
Βγαίνεις για βόλτα χωρίς σχέδιο, όπως πρέπει να μπαίνουν τα χρόνια. Και ξεκινάς από το λιμάνι.
Εκεί που η πόλη κάνει ότι κοιτάει μπροστά, ενώ στην πραγματικότητα κοιτάει πάντα λίγο προς τα μέσα. Τα νερά ήσυχα, οι άνθρωποι πιο ήσυχοι απ’ ό,τι όλο τον Δεκέμβρη. Το λιμάνι είναι η ψυχοθεραπεία της Θεσσαλονίκης: δεν σου λύνει τίποτα, αλλά σε κάνει να λες «εντάξει, πάμε παρακάτω».
Τι φτιάχνει; Τη διάθεση.
Τι χαλάει; Την ψευδαίσθηση ότι όλα είναι υπό έλεγχο.
Τι μας αξίζει; Να το αγαπάμε χωρίς να το πουλάμε σαν μπροσούρα.
Ανεβαίνεις στη Λεωφόρο Νίκης. Η θάλασσα στα δεξιά, τα καφέ στα αριστερά και στη μέση η αιώνια απορία: περπατάμε ή παρκάρουμε; Η πόλη εδώ κάνει το αγαπημένο της κόλπο: δείχνει ευρωπαϊκή, αλλά σκοντάφτει στο ίδιο της το κράσπεδο.
Τι φτιάχνει; Οι στιγμές που λες «δε θα έφευγα ποτέ».
Τι χαλάει; Η καθημερινότητα που σου ψιθυρίζει «και όμως θα σκεφτείς να φύγεις».
Τι μας αξίζει; Να περπατάμε χωρίς να κάνουμε ακροβατικά.
Στην Αριστοτέλους η Θεσσαλονίκη φοράει τα καλά της. Είναι το σαλόνι που ανοίγουμε όταν έρχονται επισκέπτες και ξεχνάμε όταν φεύγουν. Παιδιά, τουρίστες, ντόπιοι, καφέδες στο χέρι και μια αίσθηση ότι «κάτι πάει να γίνει».
Τι φτιάχνει; Η ιδέα της πόλης.
Τι χαλάει; Η υλοποίηση της ιδέας.
Τι μας αξίζει; Μια πλατεία που να ανήκει στους ανθρώπους και όχι μόνο στις φωτογραφίες.
Κατηφορίζεις Τσιμισκή. Εδώ η πόλη δουλεύει. Τρέχει. Αγοράζει. Γκρινιάζει. Παρκάρει όπου βρει. Είναι ο καθρέφτης μας: λίγο αγχωμένος, λίγο κουρασμένος, αλλά επίμονος.
Τι φτιάχνει; Η αντοχή μας.
Τι χαλάει; Τα νεύρα μας.
Τι μας αξίζει; Μια πόλη που δεν σε τιμωρεί επειδή ζεις μέσα της.
Και μετά, Βαλαωρίτου και Λαδάδικα. Εκεί που το βράδυ η Θεσσαλονίκη θυμάται ποια ήταν στα 25 της και προσπαθεί να το ξαναπαίξει. Άλλοτε τα καταφέρνει, άλλοτε όχι. Αλλά πάντα προσπαθεί.
Τι φτιάχνει; Τις ιστορίες που θα λέμε.
Τι χαλάει; Το πρωινό της επόμενης μέρας.
Τι μας αξίζει; Να μπορούμε να γελάμε με τον εαυτό μας χωρίς να αυτοκαταστρεφόμαστε.
Και κάπου εδώ, ανάμεσα σε μισοσπασμένα πεζοδρόμια, μεγάλες κουβέντες, μικρές νίκες και μόνιμη υγρασία, μπαίνει το 2026. Όχι με τυμπανοκρουσίες. Με ένα νεύμα. Σαν φίλος που λέει «είμαι εδώ, πάμε να δούμε τι θα κάνουμε».
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι πόλη των μεγάλων υποσχέσεων. Είναι πόλη των μικρών πεισμάτων. Των ανθρώπων που γκρινιάζουν αλλά μένουν. Που φεύγουν αλλά επιστρέφουν. Που την αγαπούν ακόμη κι όταν τους δυσκολεύει.
Είμαστε η πόλη που γκρινιάζει με στιλ και ερωτεύεται με υγρασία.
Και αν αυτό δεν είναι λόγος να μπει καλά ο χρόνος, τότε τι είναι;
Καλή χρονιά. Όχι τέλεια. Αληθινή.




