O Γιώργος Γκίλης όπως κάθε μέρα, βγαίνει για ψάρεμα στη λιμνοθάλασσα της Βιστωνίδας. Σε ένα πανέμορφο οικοσύστημα 42.000 στρεμμάτων, κέντρο του Εθνικού Πάρκου Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης, με περισσότερα από 264 είδη πουλιών όπως πελεκάνοι, ερωδιοί, φοινικόπτερα και χουλιαρομύτες. Ρίχνει τα δίχτυα του στη λίμνη, αλλά η ψαριά το τελευταίο διάστημα είναι λιγοστή. Λιμνοθαλασσίτης τρίτης γενιάς όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος τον εαυτό του, ψαρεύει στη λίμνη από τότε που ήταν μικρό παιδί.
Ρεπορτάζ: Πάνος Μανής
“Μάθαμε τη δουλειά από τους παππούδες και τους μπαμπάδες μας. Παλιά η μισή ψαριά ήταν κέφαλοι (είδος ψαριού) και η άλλη μισή γριβάδια. Τώρα στη λίμνη δεν υπάρχει γριβάδι ούτε για δείγμα, ούτε και πεταλούδες (ψάρι του γλυκού) έχουν εξαφανιστεί. Δεν υπάρχουν γλυκόψαρα μέσα στη λιμνοθάλασσα”, περιγράφει με πόνο ψυχής στην “Κ”.

Κλιματική αλλαγή και υπεράρδευση
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια η Βιστωνίδα επικοινωνούσε με τη θάλασσα μέσα από ένα φυσικό κανάλι με αποτέλεσμα η νότια πλευρά της να έχει υφάλμυρο νερό ενώ η βόρεια με τα ποτάμια Κομψάτο, Κόσσυνθο και Τραύο να την τροφοδοτούν να έχει γλυκό νερό. Μετά τη διάνοιξη ενός τεχνητού διαύλου για να καθαρίσει από τα λύματα αλλά και τη θραύση των φραγμών των αντιπλημμυρικών έργων το θαλασσινό νερό εισχωρεί ανεμπόδιστα στη λιμνοθάλασσα. Επιπροσθέτως εξαιτίας της ξηρασίας, λόγω της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της υπεράρδευσης από τους αγρότες, η ροή των τριών ποταμών που καταλήγουν στη λιμνοθάλασσα έχει μειωθεί δραματικά.

“Ουσιαστικά ένα μεγάλο τμήμα της λίμνης, περίπου το 70% – 75% έχει θαλασσοποιηθεί. Η θάλασσα καθώς μπαίνει μέσα στη Βιστωνίδα αλλάζει την οικολογία και τα χαρακτηριστικά του συστήματος. Εισέρχονται είδη τα οποία θέλουν περισσότερο αλμυρό νερό από ό,τι γλυκό και δημιουργείται μια ανισορροπία. Ταυτόχρονα το θαλάσσιο νερό υφαλμυρίζει τους υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες με αποτέλεσμα οι αγρότες που έχουν χωράφια περιφερειακά της λίμνης να αντλούν υφάλμυρο νερό ή κατά κόρον θαλασσινό νερό” εξηγεί στην “Κ” ο Γιώργος Συλαίος καθηγητής του τμήματος Μηχανικών Περιβάλλοντος με ειδίκευση στη διαχείριση παράκτιων υδατικών συστημάτων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Οι επιπτώσεις
Σύμφωνα με τον καθηγητή “ποτίζοντας με θαλασσινό νερό το έδαφος αποκτά μια κρούστα από άλατα η οποία δεν επιτρέπει τον σπόρο να φυτρώσει αφού δεν έχει επαφή με το έδαφος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μειώνεται συνεχώς η γονιμότητα αυτών των χωραφιών”.
Όπως εκτιμά, “τα περισσότερα από αυτά”, σπαρμένα με σιτάρι, σπαράγγια, βαμβάκι κι ακτινίδιο, “έχουν πλέον υφαλμυρίσει”. Εκτός από τα εδάφη γύρω από τη λίμνη, το αλμυρό νερό έχει επηρεάσει δραματικά και τη βιοποικιλότητα της λιμνοθάλασσας. Πέρα από τα γριβάδια και τις πεταλούδες που έχουν εξαφανιστεί, έχει μειωθεί και η φημισμένη αθερίνα. Ένα ψάρι τελείως διαφορετικό από το θαλάσσιο είδος σύμφωνα με τους ψαράδες, το οποίο είχε βρει άφθονη τροφή και εγκαταβιεί στη λιμνοθάλασσα.
“Είχαμε φτάσει να βγάζουμε 250 – 300 τόνους το χρόνο. Πέσαμε στους 100-150 τόνους και τα τελευταία δύο χρόνια βγάζουμε 5 τόνους. Με τιμή πώλησης 2 ευρώ το κιλό καταλαβαίνετε τί μείωση εισοδήματος έχουμε” λέει ο κ. Γκίλης που είναι και πρόεδρος του αλιευτικού συλλόγου “Άγιος Νικόλαος” και συνεχίζει.
“Ακόμη και η ποσότητα των ευρύαλων ψαριών, αυτών δηλαδή που αντέχουν και χαμηλότερη αλατότητα του νερού και μπαινοβγαίνουν στη λιμνοθάλασσα όπου βρίσκουν τροφή, έχει πέσει κάθετα. Οι κέφαλοι έπεσαν στους 40 – 50 τόνους από τους 100-150 τόνους ενώ τσιπούρες δεν υπάρχουν”. Ήδη από τη λίμνη έχει εξαφανιστεί ένα εμβληματικό είδος ψαριού του γλυκού νερού.
“Πρόκειται για τη θρίτσα, ένα είδος ψαριού σαν μεγάλη σαρδέλα που είχε εγκλιματιστεί στη λίμνη και ζούσε αποκλειστικά εκεί έχοντας πάρει μάλιστα και το όνομά της, Alosa Vistonica” τονίζει στην “Κ”. ο Δρ Μάνος Κουτράκης, Βιολόγος – Ιχθυολόγος, του Ινστιτούτου Αλιευτικής Έρευνας (ΙΝ.ΑΛ.Ε.). Όπως εξηγούν οι επιστήμονες “επειδή το θαλασσινό νερό είναι βαρύτερο από το γλυκό μπαίνει στη λίμνη με τη μορφή θαλάσσιας σφήνας καταλαμβάνοντας κατά κύριο λόγο τον πυθμένα της λίμνης”. Οπότε, στην επιφάνεια απομένει ένα πολύ λεπτό στρώμα γλυκού νερού με αποτέλεσμα προς το τέλος του καλοκαιριού η λίμνη να έχει πολύ χαμηλή περιεκτικότητα οξυγόνου δημιουργώντας συνθήκες ανοξίας για τα είδη του γλυκού νερού. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά στη λίμνη έχει ενσκήψει και το μεγαλο μπλε καβούρι. Ένα εισβολικό είδος που επιτίθεται στα ψάρια.

Οι λύσεις
Ο κ. Συλαίος μιλώντας στην “Κ” προτείνει αλλαγή του τρόπου ποτίσματος ως πρώτο μέτρο.
“Έχουμε πολλά ερευνητικά προγράμματα και προωθούμε την άρδευση με εγκατάσταση αισθητήρων που μετρούν, με πολύ χαμηλό κόστος, ακριβώς τις συνθήκες υγρασίας που έχει το έδαφος ενός χωραφιού και αυτοματοποιημένα ανοίγουν και κλείνουν τις ηλεκτροβάνες για να γίνει η άρδευση” εξηγεί και αναλύει.
“Με αυτό αποφεύγεται η υπερκατανάλωση και ταυτόχρονα μειώνεται και το κόστος παραγωγής που είναι και το ζητούμε ειδικά αυτή την περίοδο. Έχουμε βρει ότι εξοικονομούμε περίπου 30% με 35% του νερού που χρειάζεται ο αγρότης σε μια θερινή καλλιέργεια όπως το βαμβάκι και το καλαμπόκι με αποτέλεσμα να περισσεύει νερό στα ποτάμια για να φτάσει και στη λιμνοθάλασσα”.
Όσον αφορά το πολυσυζητημένο φράγμα του Ίασμου που θα συγκέντρωνε το νερό του ποταμού Κομψάτου ο καθηγητής είναι κατηγορηματικός. “Είναι ένα έργο που βασίζεται σε μελέτες που έγιναν τη δεκαετία του ’90 και οι οποίες με τη σειρά τους βασίζονται σε δεδομένα του ’60 και του ’70. Καμία σχέση με την πραγματικότητα δηλαδή”.
«Εγώ της έδωσα ζωή κι αυτή έδωσε ζωή σε μένα» – 16χρονη έσωσε με ΚΑΡΠΑ τον πατέρα της από ανακοπή



