Πέθανε ο “Μπερλινάς” και μια ολόκληρη γενιά κατάλαβε ότι η
νοσταλγία είναι το τελευταίο ποτό που σερβίρεται χωρίς πάγο
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Υπάρχουν άνθρωποι που όταν φεύγουν, αντί για κηδεία, κλείνει ένα ταμείο μέσα σου. Σβήνει ένα νέον στο πίσω μέρος του κρανίου και η πόλη κάνει ένα μικρό «κρακ», σαν ποτήρι που το κρατούσες χρόνια από συνήθεια. Ο Θόδωρος Παπαδόπουλος – ο “Μπερλινάς” – έφυγε και μαζί του έφυγε ένα κομμάτι της Θεσσαλονίκης που δεν είχε ποτέ πινακίδα «πολιτισμός», αλλά διέθετε το μόνο σπάνιο νόμισμα: χαρακτήρα.
Για κάποιους – πολλούς – το Berlin δεν ήταν ένα απλό μπαρ, αλλά έμοιαζε με άσυλο. ‘Ενα υπόγειο υπουργείο ελευθερίας, μια τρύπα στο χρόνο όπου η μέρα γινόταν νύχτα χωρίς άδεια, κι η νύχτα γινόταν εξομολόγηση χωρίς ψυχολόγο. Εκεί δεν πήγαινες να “περάσεις καλά”. Πήγαινες να ξεβιδωθείς. Να χαλάσεις λίγο, ώστε να φτιαχτείς αλλιώς.
Και τώρα; Τώρα οι 50+ και 60+ ξύπνησαν με μια ύπουλη διαπίστωση: δεν πενθούν απλώς έναν άνθρωπο. Πενθούν το δικαίωμά τους να είναι ακόμα λίγο επικίνδυνοι χωρίς να φαίνονται γελοίοι. Γιατί το πέρασμα του χρόνου έχει το πιο κυνικό δηλητήριο: μια μέρα καταλαβαίνεις ότι η “ροκ” στάση ζωής, αν δεν ανανεωθεί, γίνεται λαογραφία. Από επανάσταση σε «θυμάσαι τότε». Από after σε powerpoint μνήμης. Από νύχτα σε “παλιά καλά”.
Και μέρα με τη μέρα, χωρίς να το καταλάβεις, γίνεσαι μπαρμπαροκάς. Όχι ο κακομούτσουνος που γκρινιάζει για τους νέους. Ο άλλος, ο μεγάλος, ο μπαρμπαροκάς: εκείνος που έμαθε να ζει σαν να μην χρωστάει εξηγήσεις. Που δεν “έχτισε προφίλ”, αλλά ιστορίες. Που δεν έκανε networking, αλλά παρέες από αποτυχημένους αγγέλους και θριαμβευτικές απογοητεύσεις. Και που ήξερε ότι το στυλ είναι επιβίωση κι όχι ρούχο.
Η πόλη είναι αχάριστη με τους ανθρώπους που της έδωσαν τα καλύτερα σκοτάδια της. Η Θεσσαλονίκη αγαπάει τους μύθους της μόνο όταν τους κάνει αφιέρωμα. Όσο ζουν, τους αφήνει να παλεύουν με λογαριασμούς, ενοίκια, “άλλαξε η πιάτσα”, “έπεσε η κίνηση”, “δεν βγαίνει”. Και μόλις φύγουν, ξαφνικά θυμάται ότι «γράφτηκε ιστορία». Ναι. Όπως θυμάται και την παραλία όταν τη βλέπει σε καρτ-ποστάλ.
Το πικρό αστείο είναι ότι σήμερα όλοι μιλάνε για “αυθεντικότητα” σαν να είναι φίλτρο. Τότε ήταν τρόπος ζωής. Τότε έβγαινες χωρίς σχέδιο και αυτό δεν ήταν πρόβλημα, κάθε άλλο, ήταν η ουσία. Σήμερα βγαίνεις με κράτηση, gps και άγχος μην τυχόν δεν “περάσεις καλά”. Η νύχτα έγινε υπηρεσία, πακέτο, περιεχόμενο. Αν δεν ανέβει, δεν συνέβη.
Με τον θάνατο του “Μπερλινά”, η Θεσσαλονίκη χάνει έναν – ακόμη – ρυθμιστή θερμοκρασίας της ψυχής της. Κι αν θέλουμε αποχαιρετισμό χωρίς γλυκερές κορδέλες, ας το πούμε καθαρά: ο “Μπερλινάς” – κι όσοι άλλοι νομοτελειακά θα ακολουθήσουν – δεν πέθανε. Μας ξεβόλεψε. Μας ανάγκασε να αποφασίσουμε αν θα γίνουμε θλιμμένοι ξεναγοί του χθες ή ζωντανοί κάτοικοι του τώρα.
Γιατί το πραγματικό after είναι στάση κι όχι μαγαζί. Και το πραγματικό ροκ δεν είναι να λες «δεν αλλάζω», αλλά να αλλάζεις χωρίς να ξεπουλιέσαι. Οπότε ναι: η Θεσσαλονίκη χάνει τους μπαρμπαροκάδες της. Το θέμα είναι να μη χάσει κι εμάς – να μη μας κάνει διακοσμητικούς. Ας ξαναγίνουμε «επικίνδυνοι» με αξιοπρέπεια. Κι όχι για να γυρίσουμε στα 80s.
Αλλά για να μην αφήσουμε τα 20s να μας καταπιούν.
ΥΓ: In Berlin, by the wall
You were five foot ten inches tall
It was very nice (Λου Ριντ, 1972)




