Η τραγωδία στη Ρουμανία έβγαλε για λίγο την καλύτερή μας πλευρά. Μετά, μέσα στο ίδιο πένθος, ξαναβγήκε η παλιά βία – ακόμη και πάνω σε ανθρώπους που απλώς κάνουν το μεροκάματό τους
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Επτά παιδιά – ναι, παιδιά, όσο κι αν γράφει η ταυτότητα “ενήλικος” – πήραν τον δρόμο για τη Λιόν για να δουν τον ΠΑΟΚ. Πήραν τον δρόμο όπως τον παίρνουν οι πιστοί για ένα μικρό θαύμα: να σταθούν δίπλα στο έμβλημα, να νιώσουν ότι ανήκουν κάπου, να επιστρέψουν με ιστορία να διηγούνται. Και ο δρόμος τους έκοψε στη μέση, στη Ρουμανία, με ένα μίνι βαν τσακισμένο και μια χώρα να μετρά ξανά απουσίες. Επτά νεκροί, τρεις τραυματίες. Ένα ταξίδι για έναν αγώνα που κατέληξε σε ένα “γιατί” χωρίς τέλος.
Και μετά συνέβη το παράξενο, το σχεδόν ανεπίτρεπτα όμορφο μέσα στο μαύρο: παραμερίστηκαν οι οπαδικές διαφορές. Ξεχάστηκαν, έστω για λίγο, τα “να ψοφήσει ο άλλος”. Είδαμε μηνύματα, πανό, λεπτές χειρονομίες, ανθρώπους που δεν θα κάθονταν ποτέ στο ίδιο τραπέζι να στέκονται δίπλα-δίπλα σαν να τους ένωνε κάτι πιο μεγάλο από ένα αποτέλεσμα Κυριακής. Ένα πένθος που, για λίγες ώρες, μας έκανε να θυμηθούμε πως πριν γίνουμε “στρατόπεδα”, είμαστε σώματα που πονάνε.
Το ερώτημα, όμως, είναι πάντα το ίδιο και είναι ντροπιαστικά επαναλαμβανόμενο: γιατί πρέπει να μεσολαβήσει τραγωδία για να βγάλουμε την καλύτερή μας εκδοχή; Γιατί η ενσυναίσθηση μας θέλει σπρώξιμο από τη μοίρα, σαν να είναι πόρτα βαριά που ανοίγει μόνο με κλωτσιά; Γιατί η κανονικότητα της αξιοπρέπειας δεν μας αρκεί και χρειαζόμαστε αίμα για να θυμηθούμε τη στοιχειώδη ευγένεια;
Λέμε – πάντα λέμε – “να μην πάει χαμένος ο χαμός τους”. Το λέμε με τη σοβαρότητα που έχει μια ευχή όταν δεν ξέρεις τι άλλο να πεις. Το θέλουμε να είναι αληθινό. Θα θέλαμε η “ενότητα” να κρατήσει. Αλλά μέσα μου (και υποψιάζομαι μέσα σε πολλούς) υπάρχει η βεβαιότητα ότι δεν θα συμβεί. Όχι γιατί “έτσι είμαστε” ως βιολογική καταδίκη. Αλλά γιατί υπάρχει κάτι σαν αόρατο χέρι – όχι της αγοράς, μη γελιόμαστε – ένα αόρατο χέρι του θυμού και της συνήθειας, που μας τραβά πίσω στο γνώριμο: στην καχυποψία, στη χλεύη, στην ανάγκη να βρούμε εχθρό ακόμη κι όταν θρηνούμε.
Και να, η απόδειξη ήρθε πριν καν στεγνώσει το δάκρυ. Την ώρα που μεταφέρονταν οι σοροί, την ώρα που η πόλη προσπαθούσε να σταθεί όρθια, τηλεοπτικό συνεργείο δέχθηκε επίθεση στη Θεσσαλονίκη, έξω από το “Παπαγεωργίου”, στη διάρκεια ζωντανής μετάδοσης. Κλωτσιές, φωνές, πανικός, μέσα στο ίδιο κάδρο που υποτίθεται πως μιλούσε για συμπαράσταση.
Ας το πούμε καθαρά, χωρίς σάλτσες: αυτό δεν είναι “ευαισθησία για το πένθος”. Είναι νταηλίκι.
Δεν είναι “σεβασμός στην οικογένεια”. Είναι εξουσιομανία του δρόμου, το γνωστό “θα σου πω εγώ τι επιτρέπεται” με τη γλώσσα της βίας. Και το χειρότερο; Στρέφεται απέναντι σε ανθρώπους που κάνουν το μεροκάματό τους. Εικονολήπτες, τεχνικοί, δημοσιογράφοι, εργαζόμενοι που δεν κρατούν ρόπαλο, κρατούν κάμερα. Δεν “κλέβουν τη στιγμή”. Μεταφέρουν την είδηση, πολλές φορές με όσο πιο διακριτικό τρόπο γίνεται, γιατί και οι ίδιοι είναι άνθρωποι, όχι μηχανές.
Και εδώ είναι το σημείο που πρέπει να κοπεί μαχαίρι κάθε προσπάθεια “δικαιολόγησης” της τυφλής βίας πίσω από ένα “ιερό γεγονός”. Το πένθος δεν είναι άδεια για προπηλακισμούς. Η συγκίνηση δεν είναι άλλοθι για ξύλο. Αν αρχίσουμε να βαφτίζουμε τη βία “αγανάκτηση” και την κλωτσιά “υπεράσπιση της αξιοπρέπειας”, τότε απλώς ανοίγουμε την πόρτα για χειρότερα. Γιατί η βία, όταν της δώσεις έστω και μία φορά ηθικό πάσο, επιστρέφει απαιτώντας μόνιμη θέση στην κερκίδα της καθημερινότητας.
Γιατί αλλιώς – κι ας μην κρυβόμαστε – θα συνεχίσουμε να κάνουμε αυτό που κάνουμε πάντα: θα δακρύζουμε σαν άνθρωποι και θα επιστρέφουμε στη ρουτίνα σαν αγέλη. Και τότε το “αόρατο χέρι” δεν θα μας εμποδίζει απλώς να ακολουθήσουμε έναν δίκαιο δρόμο. Θα μας οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, στον επόμενο γκρεμό.




