Δύο χρόνια μετά, η χώρα έμαθε να φοβάται πιο ήσυχα — αλλά όχι να προστατεύεται καλύτερα
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Μετά τα Τέμπη μάθαμε πολλά.
Μάθαμε να λέμε τη λέξη ασφάλεια πιο χαμηλόφωνα, σχεδόν με σεβασμό, όπως μιλάς σε εκκλησία που κάηκε. Μάθαμε να κοιτάμε τις ράγες αλλιώς. Να μπαίνουμε σε λεωφορεία με μια σκέψη παραπάνω. Να ακούμε τη λέξη «αναβάθμιση» και να ψάχνουμε το υποσημείωμα.
Και κυρίως, μάθαμε να φοβόμαστε χωρίς να πανικοβαλλόμαστε.
Αυτός είναι ο πιο ύπουλος φόβος: ο καθημερινός. Ο λειτουργικός.
Στη Θεσσαλονίκη, η ασφάλεια δεν ήρθε ποτέ με τυμπανοκρουσίες. Ήρθε σαν δελτίο Τύπου. Σαν διαγωνισμός-γέφυρα. Σαν σύμβαση μέχρι «να λυθούν οι προσφυγές». Σαν λεωφορείο που πιάνει φωτιά, ευτυχώς άδειο, σε μια στάση που αύριο θα ξαναγεμίσει.
Δεν σκοτώθηκε κανείς, λέμε.
Και το λέμε με ανακούφιση, αλλά και με την ύποπτη ελαφρότητα ανθρώπων που έχουν μάθει να μετρούν την επιτυχία με το «τι δεν έγινε». Δεν είχαμε θύματα. Δεν είχαμε τραυματίες. Δεν είχαμε – πάλι καλά – επανάληψη.
Μόνο που αυτό είναι το πρόβλημα.
Ότι περιμένουμε πάντα την επανάληψη για να πιστέψουμε το μάθημα.
Τα Τέμπη δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Ήταν κεραυνός σε ουρανό γεμάτο προειδοποιήσεις. Και μετά τα Τέμπη, υποτίθεται, μπήκε μια τελεία. Μια νέα αρχή. Ένα «ποτέ ξανά» που θα έπρεπε να είναι κρατική θρησκεία.
Κι όμως, δύο χρόνια μετά, στη Θεσσαλονίκη συζητάμε για λεωφορεία που καίγονται, για βιβλία βλαβών που δεν υπάρχουν, για οχήματα δεκαπενταετίας που δουλεύουν δεκαέξι ώρες τη μέρα. Συζητάμε – δηλαδή – για τα απολύτως βασικά. Για αυτά που σε μια κανονική χώρα δεν γίνονται θέμα. Είναι δεδομένα.
Αλλά εμείς δεν είμαστε κανονική χώρα.
Είμαστε χώρα της εξαίρεσης που έγινε σύστημα.
Ο σιδηρόδρομος «αναβαθμίζεται». Οι συγκοινωνίες «ελέγχονται». Τα έργα «τρέχουν». Οι ευθύνες «αποδίδονται». Όλα σε εισαγωγικά. Γιατί έξω από αυτά, υπάρχει ο πολίτης που μπαίνει σε ένα μέσο μεταφοράς με τη σιωπηλή συμφωνία ότι αν φτάσει, όλα πήγαν καλά.
Κι αυτή η συμφωνία είναι επικίνδυνη.
Μετά τα Τέμπη δεν μάθαμε να απαιτούμε. Μάθαμε να υπομένουμε καλύτερα. Να λέμε «τουλάχιστον τώρα προσέχουν». Να βαφτίζουμε την καθυστέρηση «μεταβατική περίοδο». Να δεχόμαστε την ανασφάλεια ως φυσικό φαινόμενο, σαν την υγρασία του Θερμαϊκού.
Το κράτος, από την πλευρά του, έκανε αυτό που ξέρει καλά: έστησε μηχανισμούς, επιτροπές, οργανισμούς. Έβγαλε χρονοδιαγράμματα. Υποσχέθηκε αυστηρούς ελέγχους. Και κυρίως, φρόντισε να μην επαναληφθεί το σοκ, όχι απαραίτητα το έγκλημα.
Γιατί το σοκ είναι πολιτικά επικίνδυνο.
Η φθορά, όμως, είναι διαχειρίσιμη.
Η Θεσσαλονίκη έχει μνήμη. Όχι πάντα καλή, αλλά επίμονη. Θυμάται ότι και πριν τα Τέμπη υπήρχαν προειδοποιήσεις. Ότι και πριν τις φωτιές στα λεωφορεία υπήρχαν καταγγελίες. Ότι η ασφάλεια, εδώ, έρχεται πάντα δεύτερη, μετά τη σύμβαση, μετά το κόστος, μετά την πολιτική ισορροπία.
Και ξέρει κάτι ακόμα: ότι αν δεν είχε προηγηθεί η τραγωδία, ίσως ούτε αυτά τα μισά δεν θα συζητούσαμε σήμερα.
Αυτό είναι το πιο σκοτεινό μάθημα των Τεμπών.
Ότι στην Ελλάδα, για να κινηθεί το σύστημα, πρέπει πρώτα να σπάσει.
Κι όμως, υπάρχει ακόμα κάτι που δεν έχει καεί.
Η μνήμη.
Όσο τα Τέμπη παραμένουν ανοιχτή πληγή – και θα παραμένουν – υπάρχει ελπίδα. Όχι η ρομαντική, η φτηνιάρικη. Η δύσκολη. Η απαιτητική. Αυτή που δεν συγκινείται από εξαγγελίες, αλλά από αποδείξεις. Που δεν χειροκροτεί εγκαίνια, αλλά μετρά ελέγχους. Που δεν συγχωρεί εύκολα το «δεν ξέραμε».
Η ασφάλεια δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Είναι πολιτισμικό. Είναι απόφαση. Είναι η στιγμή που το κράτος λέει: εδώ σταματά το “βλέποντας και κάνοντας”. Και ο πολίτης απαντά: εδώ σταματά το “δεν βαριέσαι”.
Μετά τα Τέμπη, λοιπόν, τι μάθαμε στ’ αλήθεια;
Μάθαμε ότι ο φόβος δεν φεύγει με ανακοινώσεις.
Μάθαμε ότι η ασφάλεια δεν χτίζεται με γέφυρες, αλλά με ευθύνη.
Και μάθαμε – ίσως για πρώτη φορά τόσο καθαρά – ότι η μνήμη είναι το μόνο φρένο που μας έχει απομείνει.
Ας μην το αφήσουμε να καεί κι αυτό.




