Μια πόλη που σηκώνει το βλέμμα μία μέρα τον χρόνο και θυμάται
πως η ελευθερία θέλει άνεμο, αλλά και γερό καρούλι
Κάθε Καθαρά Δευτέρα η Θεσσαλονίκη θυμάται ότι έχει ουρανό. Τον υπόλοιπο χρόνο κοιτάζει προς
τα κάτω: λακκούβες, έργα, κορδέλες εγκαινίων, δελτία Τύπου. Τη μία μέρα όμως του χρόνου σηκώνει
το κεφάλι. Στην Παραλία, στο Σέιχ Σου, στα χωράφια της Θέρμης, στις ταράτσες της Τούμπας. Και ξαφνικά, ο ουρανός γεμίζει ρόμβους, ουρές, χρώματα, φιλοδοξίες.
Ο χαρταετός είναι το πιο ειλικρινές πολιτικό σύμβολο που διαθέτουμε. Θέλει άνεμο, θέλει χώρο, θέλει
κάποιον να κρατάει το καρούλι. Δεν πετάει μόνος του. Και κυρίως: αν κοπεί το σχοινί, δεν λέγεται ελευθερία, αλλά απώλεια.
Στη Θεσσαλονίκη, βέβαια, υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Ο χαρταετός δεν ανεβαίνει απλώς. Πρέπει πρώτα να
διαπραγματευτεί με τον Βαρδάρη. Ο Βαρδάρης είναι ο μόνος αυθεντικός κριτής μας. Δεν εντυπωσιάζεται από χρώματα ούτε από φιλόδοξες κατασκευές. Αν δεν είσαι ζυγισμένος σωστά, θα σε γυρίσει ανάποδα. Αν δεν έχεις γερή κατασκευή, θα σε σκίσει χωρίς δεύτερη σκέψη.
Κατά μία έννοια, ο χαρταετός της πόλης είναι μια μικρογραφία μας. Θέλουμε να πετάξουμε, αλλά να κρατάμε γερά το καρούλι. Θέλουμε ύψος, αλλά όχι τόσο ώστε να μη βλέπουμε το καφέ που μας περιμένει από κάτω. Θέλουμε ελευθερία, αλλά με συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ει δυνατόν και με ελαφρά επιδότηση.
Την Καθαρά Δευτέρα, η Ελλάδα γίνεται για λίγο ελαφριά. Τρώει λαγάνα, αλείφει ταραμοσαλάτα, μιλάει για
νηστεία ενώ ήδη σκέφτεται την επόμενη εξαίρεση. Και πετάει χαρταετό με την ίδια σοβαρότητα που κάνει και τις ετήσιες υποσχέσεις της: με ενθουσιασμό εικοσιτεσσάρων ωρών.
Δεν είναι κακό αυτό. Είναι ανθρώπινο. Ο χαρταετός άλλωστε, δεν είναι επανάσταση, αλλά παύση. Μια μικρή άδεια από τη βαρύτητα.
Στην Παραλία, τα παιδιά τρέχουν με τα καρούλια και οι γονείς φωνάζουν οδηγίες σαν μικροί ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. «Δώσε! Μάζεψε! Πρόσεχε!» Κάπου πιο πέρα, δύο χαρταετοί μπλέκονται μεταξύ τους. Είναι η πιο ελληνική εικόνα της ημέρας: δύο καλές προθέσεις που συναντιούνται και καταλήγουν σε κουβάρι.
Και όμως, κάθε χρόνο το ξανακάνουμε. Ίσως γιατί ο χαρταετός μάς θυμίζει κάτι που ξεχνάμε εύκολα: ότι
η άνοδος είναι ισορροπία. Αν αφήσεις πολύ σχοινί, θα χαθείς. Αν τραβήξεις υπερβολικά, θα πέσεις. Το μυστικό είναι στο μέτρο – λέξη που στην ελληνική δημόσια ζωή χρησιμοποιείται κυρίως σε επετείους.
Στη Θεσσαλονίκη, ο χαρταετός έχει και μια ακόμη διάσταση. Είναι μια σιωπηλή συμφωνία με τον ουρανό
της πόλης. Τον ίδιο ουρανό που είδε φωτιές, πολέμους, ανοικοδομήσεις, σχέδια που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Για λίγες ώρες, δεν ζητάμε τίποτα από αυτόν. Δεν του
φορτώνουμε σχέδια ανάπτυξης, ούτε επενδυτικά οράματα. Του στέλνουμε απλώς ένα κομμάτι χαρτί και καλάμια, δεμένο με ελπίδα. Ο χαρταετός δεν υπόσχεται τίποτα. Γι’ αυτό τον πιστεύουμε. Δεν λέει ότι θα μείνει εκεί για πάντα. Δεν εγγυάται ότι δεν θα σκιστεί. Δεν δίνει δελτίο Τύπου. Πετάει όσο φυσάει. Κι όταν ο άνεμος κοπάσει, κατεβαίνει αθόρυβα.
Ίσως αυτό να είναι το πιο πολύτιμο μάθημα της ημέρας. Ότι η ελαφρότητα δεν αποτελεί φυγή, αλλά μια
συνειδητή επιλογή. Ότι το να σηκώσεις το βλέμμα προς τα πάνω δεν σημαίνει πως αρνείσαι το έδαφος. Σημαίνει πως θυμάσαι ότι υπάρχει και κάτι πέρα από αυτό.
Κάθε Καθαρά Δευτέρα, η Θεσσαλονίκη σηκώνει τον χαρταετό της. Την Τρίτη επιστρέφει στη βαρύτητα της.
Δεν πειράζει. Δεν γεννηθήκαμε για να αιωρούμαστε διαρκώς. Αρκεί, πού και πού, να θυμόμαστε πώς είναι
να αφήνεις λίγο σχοινί



