«Η Νέα Δημοκρατία οφείλει να πάει στις εκλογές με έναν στόχο: να πείσει ξανά την κοινωνική της βάση και ευρύτερα τους πολίτες ότι η αυτοδυναμία δεν είναι κομματική απαίτηση. Είναι προϋπόθεση σταθερότητας», τόνισε ο υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Βασίλης Κικίλιας, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ».
Ερωτηθείς για το ενδεχόμενο κυβερνητικών συνεργασιών, ο κ. Κικίλιας υπογράμμισε ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική σταθερότητα, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι μεταρρυθμίσεις και τα έργα που βρίσκονται σε εξέλιξη, σημειώνοντας: «Η χώρα έχει μπροστά της έργα που πρέπει να ολοκληρωθούν, μεταρρυθμίσεις που δεν πρέπει να μείνουν στη μέση, επενδύσεις, υποδομές, πολιτικές για την καθημερινότητα, την ασφάλεια, την υγεία, την παιδεία, τη μεσαία τάξη. Αυτά χρειάζονται καθαρή εντολή και σταθερή κυβέρνηση. Δεν μπορούν να γίνουν μέσα από παζάρια, εύθραυστες ισορροπίες ή σχήματα που θα κοιτούν περισσότερο την επιβίωσή τους παρά την κοινωνία».
Αναφερόμενος στον κατακερματισμό του πολιτικού σκηνικού και στις προτεραιότητες της παράταξης της ΝΔ το επόμενο διάστημα, είπε ότι «η παράταξη οφείλει να μιλήσει ξανά σε όλο το εύρος της βάσης της: στη μεσαία τάξη, στον εργαζόμενο, στον μικρομεσαίο, στον νέο άνθρωπο, αλλά και στον κόσμο της δεξιάς πλευράς της Νέας Δημοκρατίας που ζητά ασφάλεια, πατριωτική ευθύνη, σοβαρότητα και σεβασμό στις αξίες της παράταξης. Γιατί αυτός ο κόσμος δεν θέλει προσωπικές στρατηγικές, ούτε εύθραυστες ή ετερόκλητες κυβερνητικές ισορροπίες. Θέλει σταθερότητα, αποτέλεσμα και ολοκλήρωση των έργων που έχουν ξεκινήσει και έχουν θετικό αντίκτυπο στην καθημερινότητα του πολίτη».
Για την ταυτότητα της Νέας Δημοκρατίας και τον χαρακτήρα της παράταξης, ο κ. Κικίλιας υπογράμμισε: «Η Νέα Δημοκρατία είναι μια μεγάλη λαϊκή, πατριωτική, φιλελεύθερη, ευρωπαϊκή παράταξη, με βαθιές ρίζες στην ελληνική κοινωνία. Και αυτή η ταυτότητα δεν ανήκει σε πρόσωπα ή συγκυρίες. Ανήκει στον κόσμο της παράταξης. Ανήκει στους ανθρώπους που πίστεψαν στην υπευθυνότητα, στη συνέπεια, στην πρόοδο, στην πατρίδα, στην προστασία του πολίτη και στην προκοπή της μεσαίας τάξης. Η ταυτότητα της παράταξής μας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αλλοιωθεί. Δεν πρέπει να χάσουμε την επαφή μας με αυτούς τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να γίνουμε παράταξη κλειστών γραφείων ή προσωπικών στρατηγικών. Η δύναμή μας ήταν πάντα η σχέση μας με την κοινωνία. Η Νέα Δημοκρατία πρέπει να εξελίσσεται, να ακούει, να διορθώνει, να αλλάζει όπου χρειάζεται. Αλλά να μη χάνει τον πυρήνα της: τον απλό πολίτη που ζητά σιγουριά, υπευθυνότητα, ευκαιρίες, αξιοπρέπεια και προοπτική για τα παιδιά του».
Ερωτηθείς για τη δημόσια παρουσία του τόνισε: «Δεν κρύφτηκα ποτέ. Και αυτό δεν χρειάζεται να το αποδείξω σήμερα με λόγια. Το αποδεικνύει η ίδια η πορεία μου. Πολιτεύτηκα για πρώτη φορά με τη Νέα Δημοκρατία επί Κώστα Καραμανλή, σε μια περίοδο που η παράταξη δεχόταν μεγάλη πίεση και το πολιτικό κλίμα ήταν βαρύ. Δεν ήταν ασφαλής ή άνετη επιλογή για έναν νέο άνθρωπο που έκανε τότε τα πρώτα του βήματα στην πολιτική. Και όμως, ήμουν εκεί. Γιατί στις δύσκολες στιγμές δεν πρέπει να υπολογίζεις το προσωπικό κόστος. Λίγο αργότερα, επί Αντώνη Σαμαρά, ανέλαβα τη μάχη της Περιφέρειας Αττικής. Ήταν μια πολύ δύσκολη πολιτική αναμέτρηση, σε μια περίοδο όπου η Νέα Δημοκρατία δοκιμαζόταν, η χώρα βρισκόταν σε βαθιά κρίση και το πολιτικό περιβάλλον ήταν εξαιρετικά φορτισμένο. Παρά ταύτα, ήμουν παρών. Το ίδιο και στο υπουργείο Υγείας, μέσα στην πανδημία, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Τότε, η ευθύνη ήταν καθημερινή, πιεστική, ανθρώπινη. Δεν μπορούσες να κρυφτείς πίσω από επικοινωνιακές ατάκες. Έπρεπε να είσαι εκεί, να δουλεύεις νυχθημερόν, να παίρνεις αποφάσεις, να αντέχεις την πίεση, να δέχεσαι κάθε κριτική και να συνεχίζεις. Ήμουν πάντα παρών στα δύσκολα, ανεξαρτήτως συνθηκών και αρχηγού. Την ευθύνη δεν τη φοβήθηκα ποτέ. Ούτε στις δύσκολες πολιτικές μάχες, ούτε στις κρίσεις, ούτε όταν υπήρχε προσωπικό κόστος, ούτε όταν η κριτική ήταν σκληρή ή άδικη».
Εξηγώντας, παράλληλα, γιατί δεν επιλέγει τη διαρκή τηλεοπτική παρουσία και τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, σημείωσε: «Άλλο πράγμα η ευθύνη και άλλο ο διαρκής θόρυβος. Δεν είναι στον χαρακτήρα μου να κάνω πολιτική με φωνές. Δεν πιστεύω στην πολιτική του θορύβου. Πιστεύω στην αδιάκοπη δουλειά, στην ευθύνη, στην παρουσία εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη. Ο καθένας έχει τον τρόπο του. Ο δικός μου δεν είναι να μιλάω συνεχώς για να φαίνομαι. Είναι να δουλεύω, να αναλαμβάνω την ευθύνη που μου αναλογεί και να είμαι παρών όταν οι περιστάσεις το απαιτούν».
Για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ο υπουργός επισήμανε ότι η Ελλάδα επιδιώκει τον διάλογο και τη σταθερότητα στην περιοχή, πάντοτε όμως στη βάση του διεθνούς δικαίου: «Η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι επιδιώκει την καλή γειτονία, τον διάλογο και τη σταθερότητα στην περιοχή. Αυτό όμως προϋποθέτει σεβασμό στο διεθνές δίκαιο, στο δίκαιο της θάλασσας, στην εθνική κυριαρχία και στα κυριαρχικά δικαιώματα. Το μήνυμα είναι καθαρό: διάλογος και καλή γειτονία, ναι. Αλλά πάντα με σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και χωρίς απειλές, αμφισβητήσεις ή ρητορικές εξάρσεις».
Σε ό,τι αφορά τη ναυτιλία, είπε πως «αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα γεωπολιτικά και αναπτυξιακά πλεονεκτήματά μας και αν η Ευρώπη θέλει να γίνει ξανά ανταγωνιστική, οφείλει να την αγκαλιάσει και να αξιοποιήσει τη δύναμή της».
Αναφερόμενος στη στάση της Ελλάδας στις διαπραγματεύσεις του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (IMO) για το νέο πλαίσιο απανθρακοποίησης της ναυτιλίας, εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η χώρα διαφοροποιήθηκε από άλλες προτάσεις και υπογράμμισε: «Η Ελλάδα υποστηρίζει τη σταδιακή απανθρακοποίηση της ναυτιλίας. Αλλά με ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες λύσεις. Κάποιοι θα τιμωρούσαν με δισεκατομμύρια ευρώ πρόστιμα τον κλάδο της ναυτιλίας επειδή δεν χρησιμοποιεί εναλλακτικά καύσιμα. Όμως τα εναλλακτικά καύσιμα αντιστοιχούν στο 0,5% της παγκόσμιας ανάγκης. Άρα, μέχρι να βρεθεί η επόμενη τεχνολογία, η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να στηρίξει τον τεράστιο στόλο της, που αποτελεί το 61% του ευρωπαϊκού και το 20% του παγκόσμιου, και πάνω απ’ όλα την κοινωνία».
Όπως τόνισε, τέτοιες αποφάσεις θα είχαν σοβαρές επιπτώσεις στους Ευρωπαίους πολίτες: «Η ναυτιλία μεταφέρει το 80% του παγκόσμιου εμπορίου. Αν επιβαρύνεις τις ναυτιλιακές εταιρείες με τεράστια κόστη, αυτά θα περάσουν στις μεταφορές, στην εφοδιαστική αλυσίδα, στα καύσιμα και συνολικά στην οικονομία. Μετά τα μνημόνια, την πανδημία, τους πολέμους και την ενεργειακή κρίση, σαφώς θέλουμε έναν πιο “πράσινο” πλανήτη το 2050. Μέχρι τότε όμως πρέπει να επιβιώσουμε».
Τέλος, παρουσιάζοντας το πρόγραμμα ΑΙΓΙΣ 2 και τη νέα επιχειρησιακή φιλοσοφία του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, ο υπουργός ανέφερε: «Οι άνδρες και οι γυναίκες του Λιμενικού Σώματος καθημερινά και πολλές φορές υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, αντιμετωπίζουν το μεταναστευτικό, προστατεύουν τα θαλάσσια σύνορα της χώρας, διαφυλάσσουν τα κυριαρχικά μας δικαιώματα και επιχειρούν σε αποστολές έρευνας και διάσωσης. Το ΑΙΓΙΣ 2 αποτελεί τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή και τεχνολογική αναβάθμιση του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής εδώ και δεκαετίες. Το νέο υπερσύχρονο Κέντρο Επιχειρήσεων, αξιοποίωντας τις δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης, θα διασυνδέεται με drones, κάμερες, αισθητήρες, ραντάρ, δορυφορικά δεδομένα κλπ. και θα έχει συνεχή και πλήρη επιχειρησιακή εικόνα για ό,τι συμβαίνει στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, προχωρά η προμήθεια δύο πλοίων ανοιχτής θαλάσσης άνω των 80 μέτρων με ελικοδρόμιο, έξι νέων παράκτιων περιπολικών και δέκα καταδιωκτικών σκαφών υψηλών ταχυτήτων, ενώ για πρώτη φορά εντάσσονται οργανωμένα στο επιχειρησιακό δόγμα του Λιμενικού εναέρια drones, μη επανδρωμένα μέσα επιφανείας και μη επανδρωμένα υποβρύχια συστήματα επιτήρησης».



