Ο πρωθυπουργός έκλεισε κάθε συζήτηση για πρόωρες εκλογές, έθεσε ως στόχο την τρίτη τετραετία, απέκλεισε κυβερνητικές συνεργασίες και άνοιξε όλα τα μεγάλα μέτωπα της επόμενης πολιτικής περιόδου, από την ακρίβεια και τη ΔΕΘ μέχρι τον Αλέξη Τσίπρα, τη Μαρία Καρυστιανού και τον Αντώνη Σαμαρά.
Η άνοιξη του 2027 μπορεί να απέχει σχεδόν έναν χρόνο, ωστόσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε από τη συνέντευξή του στον Νίκο Χατζηνικολάου να χαράξει από τώρα τα βασικά όρια της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, στέλνοντας πολλαπλά πολιτικά μηνύματα τόσο προς την αντιπολίτευση όσο και προς το εσωτερικό της κεντροδεξιάς παράταξης.
- Του Χρήστου Μυτιλινιού
Ο πρωθυπουργός δεν περιορίστηκε σε μια αποτίμηση της κυβερνητικής θητείας. Αντίθετα, περιέγραψε το πλαίσιο μέσα στο οποίο σκοπεύει να κινηθεί έως τις επόμενες εθνικές εκλογές, μετατρέποντας ουσιαστικά τη συζήτηση σε μια πρώτη προγραμματική τοποθέτηση για την επόμενη τετραετία.
Το βασικό πολιτικό μήνυμα ήταν σαφές: η χώρα χρειάζεται σταθερότητα, καθαρές λύσεις και κυβέρνηση από την επόμενη ημέρα των εκλογών. Για τον λόγο αυτό επέμεινε ότι «μία πρέπει να είναι η κάλπη», εφόσον δεν θέλουμε να μπούμε σε νέες περιπέτειες.
Η τοποθέτηση αυτή μόνο τυχαία δεν ήταν. Στο Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζουν ότι όσο πλησιάζει το 2027 θα επανέρχονται όλο και πιο συχνά τα σενάρια περί κυβερνήσεων συνεργασίας, ιδίως εφόσον το πολιτικό σκηνικό παραμένει πολυκερματισμένο. Ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει προκαταβολικά σε αυτή τη συζήτηση, υποστηρίζοντας ότι σήμερα δεν διαφαίνεται καμία σοβαρή δυνατότητα συνεργασίας.

Το μήνυμα προς το ΠΑΣΟΚ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι αναφορές του προς το ΠΑΣΟΚ και προσωπικά προς τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι δεν υπάρχει καν στοιχειώδης συνεννόηση στα κορυφαία θεσμικά ζητήματα, όπως η Συνταγματική Αναθεώρηση και οι Ανεξάρτητες Αρχές, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η προοπτική μετεκλογικής συνεννόησης είναι σήμερα ουσιαστικά ανύπαρκτη.
Μάλιστα, δεν έκρυψε τον προβληματισμό του για το επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης, σημειώνοντας ότι ενώ η κυβέρνηση έχει ξεκαθαρίσει πως οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν συμμετέχουν ουσιαστικά σε κρίσιμες θεσμικές διαδικασίες.
Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός επανέφερε το δίλημμα της πολιτικής σταθερότητας απέναντι σε μια αντιπολίτευση που, κατά την κυβερνητική ανάγνωση, αδυνατεί να διαμορφώσει αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.

Η τρίτη τετραετία και το στοίχημα του 2030
Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε η απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ερώτημα γιατί επιδιώκει τρίτη θητεία.
Αντί να κινηθεί στο πεδίο των πεπραγμένων, επέλεξε να μεταφέρει τη συζήτηση στο μέλλον. Υποστήριξε ότι μέχρι το 2030 ο κόσμος θα αλλάξει δραματικά και ότι η Ελλάδα θα κληθεί να αποφασίσει αν θα βρεθεί στην πλευρά των νικητών ή των ηττημένων αυτών των αλλαγών.
Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά. Το κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζει ότι η επόμενη εκλογική μάχη δεν μπορεί να δοθεί αποκλειστικά πάνω στο έργο της προηγούμενης οκταετίας.
Για τον λόγο αυτό επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στην επόμενη ημέρα και στις μεγάλες γεωπολιτικές, τεχνολογικές και οικονομικές ανακατατάξεις που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη.
Ο ίδιος ο πρωθυπουργός εμφανίστηκε ως ο πολιτικός που διαθέτει την εμπειρία, τη γνώση και το διεθνές κύρος για να οδηγήσει τη χώρα σε αυτή τη νέα περίοδο.

Η ΔΕΘ και το μεγάλο πακέτο της οικονομίας
Στο πεδίο της οικονομίας ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε ότι η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα των νοικοκυριών.
Παραδέχθηκε ότι ένα σημαντικό μέρος των αυξήσεων σε μισθούς και εισοδήματα εξουδετερώνεται από τον πληθωρισμό, επιμένοντας όμως ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να θέσει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική σταθερότητα της χώρας.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει ΔΕΘ. Ο πρωθυπουργός άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων για επιχειρήσεις, μισθωτούς και ελεύθερους επαγγελματίες, χωρίς ωστόσο να δεσμευθεί για συγκεκριμένα μέτρα πριν αποσαφηνιστεί ο διαθέσιμος δημοσιονομικός χώρος.
Το μήνυμα ήταν σαφές: θα υπάρξουν παρεμβάσεις, αλλά όχι σε βάρος της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Η επίθεση σε Τσίπρα και οι αιχμές για Καρυστιανού
Σε υψηλούς τόνους κινήθηκε η αναφορά του στον Αλέξη Τσίπρα.
Με τη χαρακτηριστική παρομοίωση περί «διπλώματος οδήγησης» επιχείρησε να αποδομήσει τα σενάρια πολιτικής επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες τον έχουν ήδη κρίνει επανειλημμένα.
Παράλληλα, έκανε μία από τις πιο σκληρές αναφορές του τελευταίου διαστήματος για την περίοδο διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, μιλώντας για συνδυασμό ασχετοσύνης, αλαζονείας και εμπάθειας.
Για τη Μαρία Καρυστιανού εμφανίστηκε πιο προσεκτικός, αναγνωρίζοντας το ισχυρό συναισθηματικό αποτύπωμα που διαθέτει στην κοινωνία, αλλά εκφράζοντας αμφιβολίες για το κατά πόσο αυτό μπορεί να μετατραπεί σε βιώσιμη πολιτική πρόταση.
Το μήνυμα προς Σαμαρά και Καραμανλή
Το πιο ενδιαφέρον πολιτικό κομμάτι της συνέντευξης αφορούσε αναμφίβολα τις σχέσεις του με τους δύο πρώην πρωθυπουργούς της Νέας Δημοκρατίας.
Για τον Κώστα Καραμανλή επέλεξε θεσμικούς και ιδιαίτερα προσεκτικούς τόνους, υπογραμμίζοντας ότι η σχέση τους θα παραμείνει πάντα αξιοπρεπής και λειτουργική.
Για τον Αντώνη Σαμαρά, ωστόσο, η παρέμβαση είχε σαφώς μεγαλύτερο πολιτικό βάθος.
Αφού αναγνώρισε τον ρόλο του στην κρίσιμη περίοδο της διακυβέρνησής του, έστειλε σαφές μήνυμα προς όσους συζητούν το ενδεχόμενο νέου πολιτικού φορέα. Δήλωσε ότι δεν μπορεί να διανοηθεί πως ένας πρώην πρωθυπουργός θα προχωρούσε σε ενέργειες που θα ζημίωναν την παράταξη που τον ανέδειξε και εξέφρασε την ελπίδα να μην διαψευστεί.
Ήταν ίσως η πιο καθαρή δημόσια τοποθέτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στα σενάρια που κυκλοφορούν εδώ και μήνες για τις κινήσεις του πρώην πρωθυπουργού.
Συνολικά, η συνέντευξη δεν είχε χαρακτήρα απολογισμού. Είχε χαρακτήρα προεκλογικής προετοιμασίας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχείρησε να χαράξει από τώρα τη μεγάλη γραμμή της επόμενης αναμέτρησης: σταθερότητα ή αβεβαιότητα, αυτοδυναμία ή ακυβερνησία, συνέχεια ή επιστροφή σε επιλογές που -κατά την κυβερνητική αφήγηση- έχουν ήδη κριθεί από τους πολίτες.




