Η απώλεια μνήμης έχει ταυτιστεί εδώ και δεκαετίες με τη νόσο Αλτσχάιμερ. Είναι το σύμπτωμα που προκαλεί ίσως τη μεγαλύτερη ανησυχία και εκείνο που συχνά οδηγεί τους ασθενείς ή τις οικογένειές τους στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας.
Ωστόσο, νέα επιστημονικά ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι πρώτες αλλαγές στον εγκέφαλο μπορεί να αρχίζουν πολύ πριν εμφανιστούν τα χαρακτηριστικά προβλήματα μνήμης.
Ερευνητές του Texas A&M Health διαπίστωσαν, σε ζωικό μοντέλο της νόσου, ότι ένα από τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια ενδέχεται να αφορά όχι τη μνήμη, αλλά τη δυσκολία προσαρμογής σε νέες συνθήκες.
Με απλά λόγια, η αδυναμία αλλαγής στρατηγικής, η επιμονή σε παλιές συνήθειες και η δυσκολία τροποποίησης του τρόπου σκέψης όταν αλλάζουν τα δεδομένα θα μπορούσαν να συνδέονται με πολύ πρώιμες εγκεφαλικές μεταβολές.
Το πρώτο «καμπανάκι» μπορεί να αφορά την προσαρμογή
Οι επιστήμονες επικεντρώθηκαν στη λεγόμενη γνωστική ευελιξία, δηλαδή στην ικανότητα του εγκεφάλου να αλλάζει στρατηγική όταν μεταβάλλονται οι συνθήκες. Πρόκειται για τη λειτουργία που μας επιτρέπει να εγκαταλείπουμε μια λανθασμένη επιλογή, να μαθαίνουμε νέους κανόνες, να αντιμετωπίζουμε απρόβλεπτες καταστάσεις και να προσαρμοζόμαστε σε νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, αυτή η ικανότητα παρουσίασε έκπτωση πριν γίνουν ανιχνεύσιμα προβλήματα στη χωρική μνήμη.
«Διαπιστώσαμε ότι η γνωστική ευελιξία είχε ήδη μειωθεί πριν μπορέσουμε να ανιχνεύσουμε οποιοδήποτε έλλειμμα στη χωρική μνήμη», δήλωσε ο καθηγητής Νευροεπιστημών Jun Wang, επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η επιστημονική κοινότητα στρέφει όλο και περισσότερο την προσοχή της στην ανίχνευση της νόσου πριν από την εμφάνιση σοβαρών και μη αναστρέψιμων συμπτωμάτων.
Τι έδειξαν τα πειράματα
Για τις ανάγκες της έρευνας χρησιμοποιήθηκαν νεαρά ποντίκια 5xFAD, ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο ζωικό μοντέλο για τη μελέτη της νόσου Αλτσχάιμερ. Τα πειραματόζωα υποβλήθηκαν σε δοκιμασίες αντιστροφής μάθησης. Αρχικά μάθαιναν ότι μια συγκεκριμένη επιλογή οδηγούσε σε ανταμοιβή. Στη συνέχεια, όμως, οι κανόνες άλλαζαν.
Τα υγιή ποντίκια προσαρμόζονταν γρήγορα στη νέα πραγματικότητα. Αντίθετα, εκείνα που έφεραν χαρακτηριστικά του μοντέλου Αλτσχάιμερ συνέχιζαν να ακολουθούν την παλιά στρατηγική, ακόμη και όταν αυτή δεν απέδιδε πλέον.
Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν ότι στις δοκιμασίες χωρικής μνήμης οι ίδιες ομάδες ζώων εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν φυσιολογικές επιδόσεις.
Με άλλα λόγια, η μνήμη τους δεν εμφάνιζε ακόμη ανιχνεύσιμη έκπτωση, ενώ η ικανότητα προσαρμογής είχε ήδη αρχίσει να επηρεάζεται.
Τα αποτελέσματα στρέφουν το ενδιαφέρον στην εκτελεστική λειτουργία του εγκεφάλου. Πρόκειται για ένα σύνολο γνωστικών ικανοτήτων που μας επιτρέπουν να σχεδιάζουμε, να λαμβάνουμε αποφάσεις, να ελέγχουμε τη συμπεριφορά μας, να λύνουμε προβλήματα και να προσαρμοζόμαστε σε νέες καταστάσεις.
Η διαταραχή αυτών των λειτουργιών μπορεί να εκδηλώνεται με δυσκολία στην αλλαγή προγράμματος ή στρατηγικής, επιμονή σε αναποτελεσματικές συμπεριφορές και προβλήματα στην κρίση ή στη λήψη αποφάσεων.
Ωστόσο, τέτοιες συμπεριφορές από μόνες τους δεν αποτελούν διάγνωση Αλτσχάιμερ και μπορεί να οφείλονται σε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες. Η σημασία της νέας έρευνας βρίσκεται στο ότι αναδεικνύει έναν πιθανό νέο δρόμο επιστημονικής διερεύνησης για την πρώιμη ανίχνευση της νόσου.
Η ερευνητική ομάδα εντόπισε ένα υπερδραστήριο νευρωνικό κύκλωμα που συνδέει τον έσω προμετωπιαίο φλοιό με το ραβδωτό σώμα, δύο περιοχές που συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων, στη μάθηση και στην ευέλικτη συμπεριφορά. Παράλληλα, συγκεκριμένοι νευρώνες που εμπλέκονται στη ρύθμιση της μάθησης και της προσαρμογής παρουσίαζαν μειωμένη δραστηριότητα.
Οι επιστήμονες εξετάζουν το ενδεχόμενο ύπαρξης ενός φαύλου κύκλου: η υπερδραστηριότητα των νευρώνων μπορεί να αυξάνει την παραγωγή αμυλοειδούς-βήτα, ενώ το αμυλοειδές-βήτα ενδέχεται με τη σειρά του να κάνει τους νευρώνες ακόμη πιο διεγέρσιμους.
Ο Jun Wang χαρακτήρισε αυτή τη σχέση ως ένα κλασικό πρόβλημα «κότας και αυγού», καθώς δεν είναι ακόμη σαφές ποιο φαινόμενο προηγείται.
Στο επόμενο στάδιο της έρευνας, οι επιστήμονες μείωσαν προσωρινά τη δραστηριότητα του συγκεκριμένου εγκεφαλικού κυκλώματος.
Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά: η γνωστική ευελιξία των πειραματόζωων βελτιώθηκε, η εγκεφαλική λειτουργία πλησίασε περισσότερο στα φυσιολογικά επίπεδα και μειώθηκε η συσσώρευση αμυλοειδούς-βήτα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός ότι ορισμένα οφέλη διατηρήθηκαν ακόμη και μετά το τέλος της παρέμβασης, υποδεικνύοντας ότι το συγκεκριμένο νευρωνικό κύκλωμα ενδεχομένως είχε υποστεί κάποιου είδους επαναρύθμιση.
Τι σημαίνει η ανακάλυψη για τους ανθρώπους
Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση: τα συγκεκριμένα αποτελέσματα προέρχονται από πειράματα σε ζωικά μοντέλα και δεν αποδεικνύουν ότι η δυσκολία προσαρμογής αποτελεί πρώιμο σύμπτωμα της νόσου Αλτσχάιμερ στους ανθρώπους.
Τα ευρήματα, ωστόσο, ενισχύουν μια σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη προσεγγίζει τη νόσο: οι παθολογικές διεργασίες μπορεί να ξεκινούν πολλά χρόνια πριν εμφανιστούν τα χαρακτηριστικά προβλήματα μνήμης.
Εάν μελλοντικές κλινικές μελέτες επιβεβαιώσουν αντίστοιχα ευρήματα στους ανθρώπους, οι δοκιμασίες γνωστικής ευελιξίας θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποτελέσουν μέρος των εργαλείων πρώιμης αξιολόγησης, σε συνδυασμό με βιοδείκτες και εξειδικευμένες εξετάσεις.
Η μάχη για διάγνωση πριν από τα σοβαρά συμπτώματα
Η διεθνής επιστημονική κοινότητα αναζητά πλέον όλο και πιο εντατικά τις βιολογικές αλλαγές που μπορεί να προηγούνται των εμφανών συμπτωμάτων κατά πολλά χρόνια. Ο στόχος είναι σαφής: η νόσος να εντοπίζεται όσο το δυνατόν νωρίτερα, πριν προκληθούν εκτεταμένες και μη αναστρέψιμες βλάβες στον εγκέφαλο.
Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και η έμφαση που δίνεται στην έγκαιρη διάγνωση, καθώς μπορεί να επιτρέψει καλύτερο σχεδιασμό της φροντίδας, πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες και, όπου ενδείκνυται, συμμετοχή σε κλινικές μελέτες.
Η νέα έρευνα δεν αλλάζει από μόνη της τον τρόπο διάγνωσης του Αλτσχάιμερ. Ανοίγει, όμως, ένα ενδιαφέρον νέο παράθυρο στην κατανόηση των πρώτων εγκεφαλικών αλλαγών που μπορεί να προηγούνται της απώλειας μνήμης.






