Του Δημήτρη Δραγώγια
Τα ΜΜΕ προβάλλουν ταινίες με βία γιατί είναι συναρπαστικές. Η κοινωνιολογία των ΜΜΕ κάνει διάκριση ανάμεσα στην τυποποιημένη βία όπως ακριβώς στις ταινίες όπου είναι φανταστική και στη βία που χρησιμοποιείται για την «επίλυση» των προβλημάτων στην καθημερινή ζωή. Κι ως είθισται τα ΜΜΕ παρουσιάζουν το έγκλημα ως είδηση γιατί έχει δυο στοιχεία που ελκύουν τον τηλεθεατή: Το καινούργιο και τη σύγκρουση. Προβάλουν την τηλεοπτική βία που επηρεάζει τη συμπεριφορά των παιδιών αρνητικά παρά τα όποια αρνητικά διδάγματα συνάγονται όπως ότι το καλό ανταμείβεται και το κακό τιμωρείται. Αποτελούν πηγή πληροφόρησης για το έγκλημα.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του επεισοδίου της δημοφιλούς σειράς αμερικανικής σειράς Deadly Women που προβάλλεται και από την ελληνική τηλεόραση. Σε ένα επεισόδιο θέμα του ήταν τρεις μητέρες που σκότωναν τα παιδιά τους και τίτλος του επεισοδίου ήταν «mothers who kill». Το επεισόδιο ξεσήκωσε τέτοια θύελλα εκνευρισμού στο τηλεοπτικό κοινό που στα social media έγινε … δημοψήφισμα περί επαναφοράς της θανατικής ποινής. Η συζήτηση στην ελληνική version επαναλήφθηκε αρχικώς με την υπόθεση δολοφονίας Άλκη Καμπανού και τώρα με της Ρούλας Πισπιρίγκου.
Πρώτα μια υπενθύμιση του βασικού επιχειρήματος πίσω από την τιμωρία ενός εγκληματία. Όλοι οι ένοχοι αξίζουν να τιμωρηθούν. Μόνο οι ένοχοι αξίζουν να τιμωρηθούν. Οι ένοχοι αξίζουν να τιμωρούνται ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματός τους. Αυτό το επιχείρημα δηλώνει ότι η πραγματική δικαιοσύνη απαιτεί από τους ανθρώπους να υποφέρουν για την αδικοπραγία τους και να υποφέρουν με τρόπο κατάλληλο για το έγκλημα. Κάθε εγκληματίας πρέπει να πάρει αυτό που του αξίζει και στην περίπτωση ενός δολοφόνου αυτό που του αξίζει είναι ο θάνατος. Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν ότι αυτό το επιχείρημα ταιριάζει με την εγγενή τους αίσθηση δικαιοσύνης.
Υποστηρίζεται συχνά με το επιχείρημα «Οφθαλμό αντί οφθαλμού». Αλλά το να επιχειρηματολογούμε έτσι δείχνει μια πλήρη παρανόηση του τι σημαίνει στην πραγματικότητα αυτή η φράση της Παλαιάς Διαθήκης. Στην πραγματικότητα, η έννοια της Παλαιάς Διαθήκης του «οφθαλμού αντί οφθαλμού» είναι ότι μόνο οι ένοχοι πρέπει να τιμωρούνται, και δεν πρέπει να τιμωρούνται ούτε πολύ επιεικώς ούτε πολύ αυστηρά. Η θανατική ποινή είναι εκδίκηση και όχι ανταπόδοση και, ως εκ τούτου, είναι μια ηθικά αμφίβολη έννοια.
Η θανατική ποινή συχνά δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι εκτελώντας καταδικασμένους δολοφόνους, θα αποτρέψουμε τους επίδοξους δολοφόνους από το να σκοτώνουν ανθρώπους. Αν ήταν έτσι στα κράτη που ισχύει ο νόμος της θανατικής ποινής θα μειωνόταν η εγκληματικότητα. Δεν λειτουργεί. Κανείς δεν ξέρει αν η θανατική ποινή αποτρέπει κάτι περισσότερο από τη ισόβια κάθειρξη.
Κι εκεί βρίσκεται το κλειδί του κατευνασμού των παθών και απόρριψης επανάληψης ανάλογων συζητήσεων από την κοινή γνώμη σε περιπτώσεις ειδεχθών εγκλημάτων. Πολλά μπορείς να καταλογίσεις στην ελληνική αστυνομία είτε παραλείψεών της, είτε εσφαλμένων αντιλήψεων περί καταστολής, αλλά στις πιο πρόσφατες περιπτώσεις αποτρόπαιων εγκλημάτων κινήθηκε μεθοδικά και αστραπιαία: Αναγνωστόπουλου, δολοφονία Καμπανού, Πισπιρίγκου. Τώρα αναλαμβάνει η δικαστική εξουσία. Όσο περισσότερο η νομική διαδικασία απονομής δικαιοσύνης απομακρύνει την τιμωρία από το έγκλημα – είτε χρονικά είτε με βεβαιότητα – τόσο λιγότερο αποτελεσματική θα είναι πιθανώς η τιμωρία.
Η θανατική ποινή νομιμοποιεί μια μη αναστρέψιμη πράξη βίας από το κράτος και αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε αθώα θύματα. Όσο η ανθρώπινη δικαιοσύνη παραμένει εσφαλμένη, ο κίνδυνος εκτέλεσης αθώων δεν μπορεί ποτέ να εξαλειφθεί




