Τρία χρόνια της δυσκολότερης ίσως θητείας στα μεταπολιτευτικά χρόνια συμπληρώνει σήμερα η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι ο χρόνος διεξαγωγής των επόμενων εκλογών. Το κλίμα στο οποίο θα πορευτούμε προς τις κάλπες αλλά και το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης μεταξύ των μονομάχων έχουν ήδη φανεί.
Της: ΕΛΛΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Η χθεσινή συζήτηση στην προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή σε επίπεδο αρχηγών κομμάτων χαρακτηρίστηκε από την αναμενόμενη σφοδρή αντιπαράθεση κυβέρνησης – ΣΥΡΙΖΑ, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να ανασύρει από τη συλλογική μνήμη τις δραματικές εμπειρίες του καλοκαιριού του 2015, όταν η χώρα βρέθηκε με ευθύνη της πρώτης κυβέρνησης Αριστεράς κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού.
Μέχρις εδώ όλα είναι αναμενόμενα. Αυτό που προκαλεί πραγματική έκπληξη είναι η εμμονή του αρχηγού του ΣΥΡΙΖΑ, του κ. Τσίπρα, στην υπεράσπιση της συγκεκριμένης κυβερνητικής περιόδου, η οποία εξέθεσε την Ελλάδα διεθνώς. Είναι απορίας άξιον και πιθανόν χρήζει περαιτέρω ανάλυσης γιατί το αφήγημα του κ. Τσίπρα εστιάζει σε αυτήν τη στιγμή της ιστορίας και όχι στην επόμενη κυβερνητική περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ, που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2015.
Μια λογική εξήγηση, κοιτάζοντας την εικόνα «απέξω», είναι ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν ότι η δεύτερη κυβερνητική εντολή δόθηκε με το «θυμικό». Από σαφώς λιγότερους πολίτες από όσους είπαν να γευτούν την περιπέτεια της πρώτης φοράς Αριστεράς αλλά και από ψηφοφόρους, πρώην αγανακτισμένους, που αδυνατούσαν να πιστέψουν ότι είναι οριστική και αμετάκλητη η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς τον ρεαλισμό.
Και όταν ο κ. Τσίπρας, μπαρουτοκαπνισμένος από την πικρή εμπειρία της γνωριμίας με το σύστημα των Βρυξελλών, των νταουλιών και των ζουρνάδων που σίγησαν σε μία νύχτα, έστρεψε προς τα εκεί το τιμόνι, αφήνοντας πίσω την επαναστατική γυμναστική των προηγούμενων μηνών.
Το πρόβλημα για τον αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι η στροφή αυτή έγινε με αμφιθυμία. Χωρίς να πιστεύει πραγματικά στην ανάγκη προώθησης μεταρρυθμίσεων, προσέλκυσης επενδύσεων και όλα εκείνα τα οποία πρεσβεύει και υλοποιεί σήμερα η φιλελεύθερη και εξωστρεφής κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Για αυτό διστάζει να υπερασπιστεί ανοικτά και με θέρμη τη δεύτερη κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ο κ. Τσίπρας. Γιατί γνωρίζει ότι το μεν αμιγώς κομματικό του ακροατήριο συγκινείται μόνο όταν ενθυμείται εκείνη την περίοδο των συγκεντρώσεων του «ΟΧΙ» στο Σύνταγμα, το δε μεγαλύτερο ακροατήριο δύναται να αφουγκραστεί την αμφιθυμία αυτή.
Για αυτό ρέπει για μια ακόμη φορά στον λαϊκισμό, ελπίζοντας να «ψαρέψει» στα θολά νερά της πίεσης που προκαλεί στους πολίτες η αβάστακτη ακρίβεια, απόρροια της διεθνούς ενεργειακής κρίσης. Δεν προτείνει κάτι απτό και συγκεκριμένο για τη διαχείριση του άκρως επικίνδυνου εισαγόμενου. Απλώς καταγγέλλει την κυβέρνηση. Η οποία, σημειωτέον, έχει δώσει τη μεγαλύτερη στήριξη στους πολίτες έναντι της ενεργειακής κρίσης από όλες τις χώρες της ΕΕ.
Η χθεσινή συζήτηση στη Βουλή δεν άφησε καμία αμφιβολία για το κλίμα πόλωσης με το οποίο θα οδηγηθούμε στις κάλπες. Ο κ. Μητσοτάκης, όπως το 2019, έτσι και το 2022 επενδύει στον ορθολογισμό, στην αξιοπιστία και στην αποτελεσματικότητα. Για αυτό και μνημονεύει διαρκώς την τετραετία των ψευδών και των παραισθήσεων, όπως χαρακτήρισε χθες τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι επερχόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν, θα πραγματοποιηθούν σε συνθήκες πρωτόγνωρης και πολυεπίπεδης κρίσης – για την οποία η κυβέρνηση δεν ευθύνεται. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η πρωτόγνωρη ενεργειακή κρίση ως αποτέλεσμα της σφοδρής σύγκρουσης Δύσης – Ρωσίας και η παρεπόμενη ενεργειακή ακρίβεια που απειλεί ευθέως την ευημερία όλων ανεξαιρέτως των Ευρωπαίων.
Το στοίχημα για την κυβερνητική πλειοψηφία θα είναι να σηκώσει «από τον καναπέ» όλους όσοι αντιλαμβάνονται χωρίς δεύτερη σκέψη γιατί το 2015 είναι παράδειγμα προς αποφυγή και όχι προς μίμηση.
Ο πραγματικός της εχθρός είναι η αποχή. Διότι η πλειονότητα όσων επιλέξουν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία διαθέτει μνήμη και κρίση. Αρκεί να βάλει στην άκρη τις όποιες προσωπικές πικρίες και να αντιληφθεί την κρισιμότητα των επερχόμενων εκλογών.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL



