Με την αγωνία αν θα επιβεβαιωθούν οι ανησυχίες για παρατεταμένη διακοπή των ροών φυσικού αερίου μετά τις 21 Ιουλίου θα κυλήσει το επόμενο δεκαήμερο στην Ευρώπη, ανεβάζοντας το «ενεργειακό» θερμόμετρο στα ύψη.
Του: ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΣΤΟΡΑΚΗ
Χθες τέθηκε εκτός λειτουργίας ο αγωγός Nord Stream 1 που συνδέει τη Ρωσία με τη Γερμανία, για τη διεξαγωγή των καθιερωμένων ετήσιων εργασιών συντήρησης. Για την ώρα, η χώρα μας δείχνει καλύτερα «ανακλαστικά», δεδομένου ότι «η Ελλάδα έχει μειώσει σε μόλις 4% την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο τον Μάιο και τον Ιούνιο», όπως ανέφερε ο Κωστής Σταμπολής, σύμβουλος Στρατηγικής στην Ενέργεια και πρόεδρος του Ινστιτούτου Ενέργειας ΝΑ Ευρώπης (ΙΕΝΕ), μιλώντας στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ χθες.
Ωστόσο, το κακό σενάριο για παρατεταμένο κλείσιμο της κάνουλας, μέρα με τη μέρα, γίνεται κοινός τόπος μεταξύ αναλυτών και Ευρωπαίων αξιωματούχων, επιβάλλοντας στις ευρωπαϊκές χώρες την άμεση λήψη μέτρων για την τρέχουσα ενεργειακή επάρκεια όσο και για τον χειμώνα, που παραμένει η κορυφαία ανησυχία της Ευρώπης.
Χαρακτηριστικά, ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας Μπρούνο Λεμέρ ανέφερε, «ας προετοιμαστούμε για την ολοκληρωτική διακοπή του ρωσικού φυσικού αερίου, που είναι σήμερα η πιο πιθανή επιλογή». Λίγες μέρες πριν, την προηγούμενη εβδομάδα, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε πως «χρειαζόμαστε ευρωπαϊκό συντονισμό και κοινή δράση. Πρέπει να βεβαιώσουμε ότι σε περίπτωση πλήρους διακοπής το αέριο θα ρεύσει προς αυτούς που το χρειάζονται περισσότερο». Στην ίδια κατεύθυνση ο υπουργός Οικονομίας της Γερμανίας Ρόμπερτ Χάμπεκ προειδοποίησε ότι η αποτυχία της Ρωσίας να αποκαταστήσει τις παραδόσεις φυσικού αερίου από το τέλος της περιόδου συντήρησης στις 22 Ιουλίου «δεν θα ήταν έκπληξη».
Μέχρι στιγμής δώδεκα ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν μειωμένες ή μηδενικές ροές από τη Ρωσία και συγκεκριμένα οι Αυστρία, Βουλγαρία, Τσεχία, Δανία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Λιθουανία, Ολλανδία, Πολωνία και Σλοβακία.
Με δεδομένη την υφιστάμενη κατάσταση αλλά και τα πιθανά σενάρια, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καλεί σε επιτάχυνση στην υλοποίηση των μέτρων που προβλέπει το ευρωπαϊκό σχέδιο REPowerEU και σε ταχύτερη μετάβαση στην πράσινη ενέργεια ως το «κλειδί» για την ενεργειακή ανεξαρτησία της Ευρώπης.
Ορισμένες θετικές εξελίξεις
Τα επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου έχουν ανακάμψει. Αυξήθηκαν από λιγότερο του 30% τον Φεβρουάριο σε περισσότερο του 60% τώρα, μεταξύ άλλων, σε βασικές χώρες όπως η Γερμανία και η Ιταλία. Αυτό είναι περίπου φυσιολογικό για τη συγκεκριμένη εποχή του έτους παρά τη μείωση των ροών φυσικού αερίου από τη Ρωσία. Οι ευρωπαϊκές αποθήκες φυσικού αερίου περιέχουν τώρα συνολικά 64 bcm φυσικού αερίου, συμπεριλαμβανομένων των 15 bcm της Γερμανίας (αρκετά για να αντισταθμίσουν τις προμήθειες άνω των τεσσάρων μηνών μέσω του Nord Stream 1) και των 11 bcm της Ιταλίας.
Επίσης μειώθηκε η εξάρτηση από τις εισαγωγές από τη Ρωσία. Το μερίδιο του φυσικού αερίου από τη Ρωσία μέσω της Βαλτικής, της Πολωνίας, της Αλβανίας και της Αυστρίας προς τη Γερμανία και την Ιταλία μειώθηκε από πάνω από 50% σε περίπου 35%, καθώς και οι δύο χώρες κατάφεραν να αυξήσουν τον εφοδιασμό από εναλλακτικές πηγές. Τα χαμηλότερα επίπεδα αποθήκευσης βρίσκονται τώρα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Δίχως προβλήματα η Ελλάδα
Στην Ελλάδα, η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας διαβεβαιώνει πως η χώρα μας σε περίπτωση διακοπής του ρωσικού αερίου θα αντιμετωπίσει τον μικρότερο κίνδυνο σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς έχει διασφαλισμένες εναλλακτικές πηγές προμήθειας ενέργειας.
Ωστόσο, οι συνέπειες της αναταραχής χτυπούν την «πόρτα» της χώρας, με πιο προφανές αποτέλεσμα την εκτόξευση και παγίωση των τιμών χονδρικής ρεύματος σε αρκετά υψηλά επίπεδα, γεγονός που δοκιμάζει τόσο τους καταναλωτές όσο και την κυβέρνηση ως προς το ύψος των επιδοτήσεων που σχεδιάζει να χορηγήσει. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Ελληνικού Χρηματιστηρίου Ενέργειας, η τιμή της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας σήμερα, Τρίτη 12 Ιουλίου, είναι 375 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Σημειώνεται πως στο «ημερήσιο» ενεργειακό μείγμα κυριαρχεί το φυσικό αέριο με μερίδιο 49,2% και ακολουθούν οι ΑΠΕ με 25,5%, ο λιγνίτης με 10%, τα υδροηλεκτρικά με 5,3% και οι εισαγωγές με 4,2%.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL



