Ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται, κάτι το οποίο αναμενόταν και επιβεβαιώνεται από την πρόσφατη απογραφή. Ανεξάρτητα από μελλοντικές διορθώσεις/προσαρμογές, γεγονός είναι ότι εκτενέστερη ανάλυση των απογραφικών δεδομένων (κατά ηλικία, βαθμό αστικότητας κ.λπ.) θα επιβεβαιώσει τις κύριες προκλήσεις ενός πολύπλευρου δημογραφικού τοπίου.
Του ΔΙΟΝΥΣΗ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΥ*
Η μείωση του πληθυσμού θα είναι η νέα κανονικότητα, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφεται έντονη ξεπερνώντας το 12% (π.χ. Σέρρες και Κιλκίς). Μαζί με τη γήρανση θα είναι πλέον οι δύο αλληλένδετοι κρίκοι που επηρεάζουν καταλυτικά την ανισότητα στο δημογραφικό μας μέλλον. Η ακραία υψηλή αναλογία πληθυσμού άνω των 65 ετών ή/και η χαμηλή αναλογία παιδιών κάτω των 15 ετών (π.χ. Ευρυτανία, Φωκίδα) σκιαγραφούν έναν πληθυσμό σε κρίση, συρρικνούμενο και συνάμα ακραία γηρασμένο.
Η χαμηλή γονιμότητα και η μετανάστευση είναι δύο κύριες δημογραφικές δυνάμεις που διαμορφώνουν τις κυμάνσεις και τον ρυθμό μεταβολής/μείωσης του πληθυσμού. Είναι γεγονός ότι, αρκετές περιοχές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διατήρηση των οικογενειών και των νεαρών ενηλίκων λόγω περιορισμένης πρόσβασης σε υπηρεσίες, στις μεταφορές, στις ΤΠΑ, στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, που επηρεάζουν περαιτέρω το μέγεθος και τη δομή του πληθυσμού τους. Όμως, για την Ελλάδα καταλυτικής σημασίας είναι οι ακραία χαμηλές τιμές του στιγμιαίου δείκτη γονιμότητας (1,39 παιδιά/γυναίκα το 2020). Μέχρι πρόσφατα υπήρχε η πεποίθηση ότι αυτό οφείλεται σε αναβολή της τεκνοποίησης: Ο μέσος όρος ηλικίας των γυναικών κατά την απόκτηση του πρώτου τους τέκνου ανέρχεται πλέον σε 30,7 έτη, ενώ έχει αυξηθεί σημαντικά η αναλογία γυναικών που τελικά παραμένουν άτεκνες.
Ένα ευρύτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον με υψηλή ανεργία συνδέεται αρνητικά με τη γονιμότητα, υποδηλώνοντας ότι η οικονομική αβεβαιότητα και οι προσδοκίες για το μέλλον επηρεάζουν τις αποφάσεις των ζευγαριών να ξεκινήσουν ή να μεγαλώσουν τις οικογένειές τους. Αποτελέσματα ερευνών δείχνουν ότι η σταθερή απασχόληση και η καλύτερη θέση εργασίας μιας γυναίκας ή ενός ζευγαριού είναι πλέον ο πιο αποφασιστικός παράγοντας για υψηλότερη γονιμότητα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΠΑΛΟΥΡΔΟΣ είναι οικονομολόγος – δημογράφος, ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA


