Η φωτογραφία μιας γυναίκας σε ένα σουπερμάρκετ, με την απουσία στηθόδεσμου να επιτρέπει αποκαλυπτικότητες ικανές να προκαλέσουν εκτός από δηλητηριασμένες ψηφιακές αντεγκλήσεις και την κατάλυση κάθε έννοιας σεμνοπρεπούς διακριτικότητας στη σύγχρονη πληροφοριόσφαιρα του Twitter, δεν είναι παρά η εξεικόνιση αυτού που σημείωσε εύστοχα η Marilyn Yalom στο βιβλίο της «Η ιστορία του γυναικείου στήθους» γράφοντας πως «η σαρωτική δύναμη του καπιταλισμού οικειοποιήθηκε το στήθος ως προσοδοφόρο αντικείμενο.
Μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα, κορσέδες φορούσαν μόνο οι πλούσιες γυναίκες. Με τη μαζική, όμως, παραγωγή σουτιέν, άρχισε υποχρεωτικά να ελέγχεται το στήθος όλων των γυναικών».
Την ίδια στιγμή που καταγράφονται αυτά τα ψυχοκοινωνικά, έμφυλα συνδηλούμενα, οι τιμές στα ράφια των σουπερμάρκετ έχουν πάρει φωτιά, λόγω της ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης ακρίβειας, είτε οι καταναλωτές και οι καταναλώτριες προσέρχονται στο ταμείο με ή άνευ στηθόδεσμου.
Το σουπερμάρκετ ήταν πάντα το καταναλωτικό προπύργιο της σύγχρονης κοινωνίας της αφθονίας, το σύγχρονο ισοδύναμο του κέρατος της Αμαλθείας που θήλασε τον μικρό Δία, εμπεριέχοντας θεραπευτικά και το άγχος αφανισμού του από τον πατέρα Κρόνο, σε ευθεία αναλογία με την αρχέγονη μητρική θηλή που καλύπτει όλες τις αγωνιώδεις αφανισιακές και καταβροχθισιακές ανάγκες του στοματικού σταδίου ανάπτυξης του παιδιού.
Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης και ακόμη περισσότερο κατά τους τελευταίους μήνες της ενεργειακής-πληθωριστικής ακρίβειας το σουπερμάρκετ μεταβλήθηκε σε χώρο βασανισμού των καταναλωτών και προβολής της αποστέρησης και της αδυναμίας. Όπως ακριβώς η «κακή μητέρα» όταν αφαιρεί τον τροφοφόρο μαστό από τα χείλη του μωρού.
Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο το «σημαίνον» ενός αποκαλυπτικού γυναικείου μπούστου μέσα σε ένα σουπερμάρκετ της σύγχρονης Ελλάδας να γεννά πολλαπλά «σημαινόμενα» και οι ψηφιακές εκφορτίσεις που είδαμε μετά να προκαλούνται στο Twitter θα πρέπει, σε μια πρώτη ανάλυση, να ερμηνευθούν και ως εκτονώσεις της υπαρξιακής έντασης που προκαλεί η αβέβαιη, διαρκής αναθεώρηση των αρχετύπων ευμάρειας και γονιμότητας συνθηκών της σύγχρονης κοινωνίας μας.
Όμως, όπως διαβάζουμε στο ίδιο βιβλίο, «είναι σημαντικό ότι το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα ξεκίνησε, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, με την πολυδιαφημισμένη πράξη του καψίματος των σουτιέν, ως παράδειγμα αντίστασης στους περιορισμούς που προέρχονται από εξωτερικούς παράγοντες. Με το κάψιμο των σουτιέν οι γυναίκες, περισσότερο μεταφορικά παρά κυριολεκτικά, υπονόμευσαν τη βασική ιδέα ότι η πηγή του ελέγχου μπορεί να βρίσκεται έξω από τον εαυτό τους».
Για να εξηγήσουμε όλο αυτό το ψηφιακό ξεχαρβάλωμα κάθε έννοιας σεβασμού της γυναικείας σωματοεικόνας, αλλά και της δημόσιας και ιδιωτικής οριοθέτησης, ίσως θα πρέπει να ανατρέξουμε σε ένα άλλο απόσπασμα του συγκεκριμένου βιβλίου, σύμφωνα με το οποίο: «Οι γυναίκες υποχρεώθηκαν να αντιμετωπίσουν τα ισχυρά νοήματα που τα στήθη φέρουν ως ζωοδότες και καταστροφείς. Για τις γυναίκες, τα στήθη τους ενσαρκώνουν στην κυριολεξία την υπαρξιακή ένταση που υπάρχει μεταξύ Έρωτος και Θανάτου -ζωής και θανάτου- με έναν τρόπο ορατό και απτό, καθώς τα στήθη συνδέονται με την ερωτική απόλαυση και τον θηλασμό, από τη μία μεριά, αλλά και με τον καρκίνο και τον θάνατο από την άλλη».
Ιχνηλατώντας τα σημεία τομής της ψυχανάλυσης με την κοινωνιολογική ανάλυση, σταχυολογούμε, πάλι από την «Ιστορία του γυναικείου στήθους», πως «η υποχρέωση του θηλασμού και η υποχρέωση της διέγερσης είναι υποχρεώσεις ανταγωνιστικές μεταξύ τους, οι οποίες εξακολουθούν να διαμορφώνουν τη μοίρα των γυναικών, με τους άνδρες να θεωρούν ότι τα στήθη τούς ανήκουν και ότι οι γυναίκες θα τους τα προσφέρουν, ανεξάρτητα με το αν συναινούν».
Αυτή η θεώρηση που ξεκινά ως ψυχοδυναμικό έλλειμμα στην ανάπτυξη πολλών μικρών αγοριών βρίσκεται στον παθογενετικό πυρήνα της έμφυλης βίας και της αύξησης των γυναικοκτονιών που παρατηρείται στους καιρούς μας.
Είναι η θηλυκή ανάλυση της ιστορίας από τον Μισελέ που επιρρωνύει τον συλλογισμό της Μ. Γιάλομ, φτάνοντας ως τον Ρουσό, του οποίου τις επιταγές ακολουθώντας, «πολλοί Γάλλοι οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα πως η γενική κοινωνική αναμόρφωση θα προέκυπτε αν οι μητέρες θήλαζαν οι ίδιες τα παιδιά τους αντί να ακολουθούν την κοινή πρακτική στέλνοντάς τα σε παραμάνες. Η ατομική υποχρέωση που είχε μια γυναίκα να θηλάσει συγχωνεύθηκε με τη συλλογική της ευθύνη απέναντι στο Έθνος να “θηλάσει” τους πολίτες του».
Όμως, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’70, η Catherine Clément διακήρυττε πως «οι γιοι του Φρόιντ κουράστηκαν». Κουράστηκαν να μας μιλούν για τον καλό και τον κακό μαστό, ως σωματοπροβολή της «καλής» και «κακής» μητέρας που από τη μία, ως γενναιόδωρο κέρας της Αμάλθειας προσφέρει τα πάντα και από την άλλη, ως φαρμακερή θηλή, προσφέρεται για να δηλητηριάσει τα πάντα.
Δεν δείχνουν, όμως, να κουράστηκαν να μαλώνουν στον σύγχρονο ψηφιακό βούρκο της δημόσιας σφαίρας που χάρη στα smartphones κατάπιε την ιδιωτικότητα σωμάτων, στιγμών, ακόμη και ανορίοτων λαθών, «οι κόρες της Εύας». Τι είναι, όμως, ο φροϋδικός «φόβος του φαλλού» μπροστά στον φθόνο της ένθηλης σαγήνης και της απεικασμένης γονιμότητας μιας «άλλης» γυναίκας. Όπως είπε και ο De la Serna, «όταν οι ποιητές μιλούν για θάνατο, τον αποκαλούν τόπο “χωρίς στήθη”». Για να συμπυκνώσει κάποια άλλα νοήματα ο Σεφέρης στον στίχο «Σιχάθηκα τους εύκολους ανθρώπους».
*O Xρίστος Χ. Λιάπης είναι MD, MSc, PhD Ψυχίατρος – Διδάκτωρ Παν/μίου Αθηνών Πρόεδρος ΔΣ ΚΕΘΕΑ.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL





