Με τη Γερμανία οι σχέσεις μας δεν ήταν ποτέ εύκολες. Στο ιστορικό παρελθόν βρεθήκαμε σε αντίπαλα στρατόπεδα και στους δύο παγκόσμιους πολέμους, ενώ η γερμανική-ναζιστική κατοχή κόστισε τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, προκαλώντας την καταστροφή της οικονομίας και της βασικής υποδομής της χώρας μας.
Τα τελευταία χρόνια οι διμερείς σχέσεις δοκιμάστηκαν από την οικονομική κρίση και την πολιτική της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία επί διακυβέρνησης Τσίπρα λίγο έλειψε να βάλει την υπογραφή της στο Grexit, ενώ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη ανέπτυξε μια ειλικρινή σχέση μέχρι και την αποχώρησή της.
Στο Προσφυγικό το Βερολίνο αντιμετώπισε τεράστιες προκλήσεις εξαιτίας της πολιτικής ανοιχτών συνόρων που ακολούθησε η κυβέρνηση Τσίπρα. Η Μέρκελ απέτρεψε μια μεγάλης κλίμακας ανθρωπιστική κρίση ανοίγοντας το 2016 τα σύνορα και τη γερμανική κοινωνία σε 1 εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες. Αυτό, όπως ήταν φυσικό, δημιούργησε μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές εντάσεις που διαμόρφωσαν για ένα διάστημα τις εξελίξεις, όπως, για παράδειγμα, την ενίσχυση του ακροδεξιού κόμματος Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Οι ισχυρές σχέσεις τους με την Τουρκία είναι ένα ακόμη πρόβλημα. Οι Τούρκοι μετανάστες έχουν ενσωματωθεί στην οικονομία και την κοινωνία της Γερμανίας και σήμερα αποτελούν τη σημαντικότερη μειονότητα, μια και οι εκατομμύρια Γερμανοί πολίτες τουρκικής καταγωγής επηρεάζουν με την ψήφο και την πολιτική τους δράση τις εξελίξεις.
Οι Έλληνες λοιπόν ήταν συγκρατημένοι απέναντι στη Γερμανία με βασικό στοιχείο ασφαλώς την αδικία που υπάρχει ως προς τη μη αποκατάσταση των γερμανικών επανορθώσεων και τη μη απονομή δικαιοσύνης στα θύματα της ναζιστικής θηριωδίας.
Το 2014 η επίσκεψη του τότε προέδρου της Γερμανίας Γιόαχιμ Γκάουκ ήταν κομβική. Είχα την ευκαιρία να ακολουθήσω το πρόγραμμά του στην Αθήνα όταν ανέβηκε στον βράχο της Ακρόπολης και κυρίως όταν επισκέφτηκε μαζί με τον τότε ΠτΔ Κάρολο Παπούλια το χωριό Λιγκιάδες της Ηπείρου, όπου οι ναζί εκτέλεσαν εν ψυχρώ 92 άτομα, κυρίως μικρά παιδιά και ηλικιωμένους. Ο Γερμανός πρόεδρος κατέθεσε στεφάνι και βουρκωμένος με εμφανή διάθεση ειλικρινείας ψέλλισε: «Ντρέπομαι. Θα ευχόμουν τόσο πολύ αν κάποιος που έδινε τότε εντολές ή υπάκουε σε εντολές είχε πει προ πολλού “ζητώ συγγνώμη” ή “μετανοώ” ή “λυπάμαι βαθύτατα για το γεγονός ότι υπάκουσα σε εγκληματικές εντολές”. Είναι αυτές οι φράσεις που δεν έχουν ειπωθεί, είναι αυτή η ελλιπής γνώση που θεμελιώνει μια δεύτερη ενοχή, αφού αποκλείει τα θύματα από τη μνήμη». Και απευθυνόμενος προς τον Κάρολο Παπούλια μίλησε για την ανάγκη της συμφιλίωσης υποκλινόμενος στα θύματα του τερατώδους εγκλήματος. Ασφαλώς κανείς δεν ξεχνά και κανείς δεν συγχωρά.
Η σημερινή επίσκεψη του Γερμανού καγκελάριου Όλαφ Σολτς όμως είναι μια ευκαιρία οι ελληνογερμανικές σχέσεις να επικεντρωθούν στο μέλλον, στις κοινές προκλήσεις και, όπως είπε και ο πρωθυπουργός, «να αφήσουμε πίσω το παρελθόν». Γιατί το δάκρυ του Γκάουκ ήταν αυθεντικό όσο και η ντροπή που εξακολουθούν να νιώθουν οι σύγχρονοι Γερμανοί για τους δολοφόνους προγόνους τους.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL




