Πριν από μερικούς μήνες, αν έβαζε κανείς στοίχημα ότι μια χώρα που μέσα σε μια δεκαετία και πλέον πέρασε τρία μνημόνια και μια πανδημία, που τώρα πλήττεται -μαζί με όλη την Ευρώπη- από ενεργειακή κρίση, που σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη τουρκική επιθετικότητα, θα κατέληγε να κάνει προεκλογική εκστρατεία με θέμα τους κοριούς της νέας εποχής, σίγουρα θα κέρδιζε πολλά λεφτά.
Αν, όμως, σήμερα κάποιος «ποντάρει» στην πολιτική εκείνη δύναμη που έχει καταστήσει τις «παρακολουθήσεις» -ένα θέμα σίγουρα διαχρονικά σοβαρό- πεδίο χάραξης της κομματικής της στρατηγικής και το αντιμετωπίζει μικροκομματικά και όχι θεσμικά, καταφεύγοντας σε πρακτικές του σκοτεινού παρελθόντος με «κουκουλοφόρους» και «λάσπη στον ανεμιστήρα», τότε σίγουρα θα χάσει.
Είναι πράγματι «θλιβερό» το πολιτικό σκηνικό που από κάποιους έχει στηθεί τις τελευταίες ημέρες, με την πολιτική αντιπαράθεση να περιστρέφεται γύρω από κοριούς στην πιο μοντέρνα εκδοχή τους και στην πολιτική «αρένα» να ρίχνονται με δόσεις ονόματα πολιτικών που δήθεν παρακολουθούνται από τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Και όλα αυτά παρά την ανάληψη δράσης από την κυβέρνηση και από τη Δικαιοσύνη, στην οποία όμως οι «οργανωτές» δεν καταθέτουν κανένα πειστήριο, κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το παραδέχθηκε, ως γνωστόν, και ο δικηγόρος Γιάννης Μαντζουράνης, πρώην νομικός σύμβουλος του ΠΑΣΟΚ και νυν του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος πρότεινε να δοθεί η ιδιότητα του προστατευόμενου μάρτυρα σε τέσσερις πέντε υπαλλήλους της ΕΥΠ, που έχουν συνταξιοδοτηθεί, για να μπορέσουν να… καταθέσουν ποιους παρακολουθούσαν και για ποιο χρονικό διάστημα! Είναι ολοφάνερο ποιοι θέλουν να ξαναστήσουν σκηνικό με σενάριο και «αφήγημα» πανομοιότυπο με εκείνο της Novartis. Επιδιώκουν οι εκλογές να διεξαχθούν μέσα σε φήμες που θα σπείρουν λίστες με ονόματα χωρίς στοιχεία και κουκουλοφόρους μάρτυρες.
Το είδος της πολιτικής, έτσι όπως τη βλέπουμε να εξελίσσεται, με ευθύνη του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, παραπέμπει σίγουρα στο παρελθόν και όχι στο μέλλον. Δεν μας πάει μπροστά, μας πάει πίσω. Η χώρα, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια να σπαταλά δυνάμεις σε έναν προεκλογικό τοξικό πόλεμο, που ήδη έχει εκτροχιάσει τη συζήτηση από τις πραγματικές προκλήσεις και κινδυνεύει να καταρρακώσει και άλλο την εμπιστοσύνη προς το πολιτικό σύστημα.
Το ότι οι εκλογές θα γίνουν μέσα σε κλίμα νοσηρότητας και τοξικότητας, το έχουμε εμπεδώσει. Το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ νιώθει πολύ καλύτερα μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα από όσο νιώθει στην πολιτική και οικονομική κανονικότητα, το έχουμε συνειδητοποιήσει. Για αυτό άλλωστε και το επιδιώκει με τον τρόπο που ασκεί την αντιπολίτευσή του. Και το ερώτημα δεν είναι με τι κλίμα θα πάμε στις εκλογές, αλλά αν μέσα από αυτό το κλίμα είναι δυνατόν να αναδειχθούν τα πραγματικά και ουσιώδη πολιτικά διλήμματα που αφορούν το μέλλον του τόπου. Διλήμματα που αφορούν την εθνική μας πορεία, την οικονομική μας ανάπτυξη, τη μεταρρυθμιστική πολιτική που χρειαζόμαστε.
Η αξιωματική αντιπολίτευση, που δείχνει να μην έχει διδαχτεί από δικά της «αφηγήματα» του παρελθόντος και στήνει αυτό το τοξικό κλίμα, ας ακούσει τουλάχιστον το πρόσφατο φίλιο… χτύπημα της «συντρόφου» Θεανώς Φωτίου, η οποία απευθυνόμενη στην κυβέρνηση είπε: «Γίνονται όσα παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες από επιχειρηματίες που προφανώς δεν έμειναν ευχαριστημένοι από όσα κάνατε. Το θέμα των υποκλοπών συνδέεται ευθέως με τα 72 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ… Αυτή είναι όλη η ιστορία των ημερών». Αν το λάβει σοβαρά υπ’ όψιν αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ και «ποντάρει» σε «αφήγημα κανονικότητας», τότε ίσως κάτι κερδίσει. Αλλά επειδή δεν πρόκειται να συμβεί κάτι τέτοιο, αφού «η κανονικότητα δεν είναι ποτέ ευκαιρία για την Αριστερά», κατά πώς είχε πει η άλλη «συντρόφισσα» Έφη Αχτσιόγλου, ελπίδα από την «πρώτη φορά Αριστερά» μην περιμένετε…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL


