Η θεατρική παράσταση «Λεμόνια, Λεμόνια, Λεμόνια, Λεμόνια» απογυμνώνει την έννοια της επικοινωνίας και οι χαρακτήρες προσπαθούν να επικοινωνήσουν όχι με λέξεις αλλά…με τον πιο αυθεντικό τρόπο! Κάπως έτσι αλλάζει και η ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων και η επικοινωνία γίνεται πιο ουσιαστική. Ο σκηνοθέτης Χάρης Θώμου, και οι πρωταγωνιστές Δημήτρης Κρίκου και Έλενα Δαμίγου κάνουν λόγο στη συνέντευξή τους για την πλοκή και τους ρόλους της παράστασης, καθώς και για την δύσκολη ουσιαστική επικοινωνία στις μέρες μας.
Το θεατρικό έργο «Λεμόνια, Λεμόνια, Λεμόνια, Λεμόνια» του Σαμ Στάινερ, αποκτά ζώη στο Alte Fablon στη Θεσσαλονίκη, ολοκληρώνοντας τις προγραμματισμένες παραστάσεις το Σάββατο 17 Δεκεμβρίου. Λόγω της μεγάλης ανταπόκρισης όμως από το κοινό, με χαρά ανακοινώνεται ότι οι παραστάσεις θα επιστρέψουν και το 2023, από την Παρασκευή 13 Ιανουαρίου με νέο κύκλο παραστάσεων!

Συνέντευξη στη ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΛΑΔΑ
Πώς προσεγγίστηκε σκηνοθετικά το έργο, ποιες δυσκολίες υπήρξαν και ποια μηνύματα θέλει να περάσει η παράσταση;
Ένα από τα βασικά αιτήματα της σκηνοθεσίας του έργου ήταν η εγκαθίδρυση μιας πραγματικής και ζωντανής σχέσης ανάμεσα στους ήρωες, τον Όλιβερ και την Μπερναντέτ. Η σχέση αυτή και η εξέλιξή της αποτέλεσαν ένα σταθερό σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο στήθηκαν όλα τα υπόλοιπα σημεία της σκηνοθεσίας: οι συνεχείς εναλλαγές στο δραματικό χρόνο, η συγκεκριμένη κινησιολογία, η μουσική επένδυση, οι ατμοσφαιρικοί φωτισμοί κλπ. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του έργου, τα συνεχή «μπρος-πίσω» στο χρόνο ήταν το πιο δύσκολο κομμάτι του. Έπρεπε να μπορέσουμε να αναδείξουμε την ιστορία του έργου με καθαρότητα, απλότητα και χωρίς να δημιουργήσουμε περισσότερα ερωτηματικά από όσα πρέπει στο θεατή. Το μήνυμα που θέλουμε να περάσουμε είναι ότι η επικοινωνία είναι μια συνεχής και πραγματική ανάγκη μας και μόνο μέσα από αυτή μπορούμε να αντέξουμε μέσα στην καταιγίδα του χρόνου.

Πείτε μας λίγα λόγια για την πλοκή και τους ρόλους της παράστασης
Στην παράσταση αντικατροπτίζεται μια άλλη κοινωνία και όχι η δική μας, ένα παράλληλο σύμπαν. Ο Όλιβερ και η Μπερναντέτ είναι οι δυο πρωταγωνιστές. Είναι δύο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους, έχουν διαφορετική σκέψη, θεώρηση πραγμάτων και τρόπου ζωής. Ο Όλιβερ είναι μουσικός και γράφει τραγούδια, πολιτικά κατατάσσεται στον αριστερό χώρο, οπότε έχει τις ανάλογες συναναστροφές και δραστηριότητες. Η Μπερναντέτ από την άλλη κατάγεται απο μία οικογένεια που δεν ήταν καθόλου άνετη οικονομικά, δούλευε μόνο η μητέρα της σε μια πολύ απλή δουλειά και έτσι όλο αυτό είχε σαν αποτέλεσμα ο στόχος της να είναι οι σπουδές, ώστε να ξεφύγει από μια τέτοια κατάσταση δια βίου. Έγινε δικηγόρος. Δεν γνωρίζει πολύ από πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. Είναι αφοσιωμένη σχεδόν μόνο στον στόχο της και θέλει να πετύχει. Υπάρχει και ένας τρίτος ρόλος που είναι η αφορμή της γνωριμίας τους, ο Ντένις ο γάτος που είναι νεκρός και στο έργο τον βλέπουμε να παίζει μέσα από το γατήσιο τάφο του.

Στη σύγχρονη εποχή που ζούμε με τα social media κυρίαρχο οδηγό στις επικοινωνίες μας, πιστεύετε ότι η παράσταση ταυτίζεται με τις δυσκολίες που και εμείς αντιμετωπίζουμε σήμερα για καλύτερη και πιο ουσιαστική επικοινωνία;
Με τα social media να έχουν πάρει φωτιά στις μέρες μας, συχνά χάνεται το «μαζί» της στιγμής. Ο καθένας μας ζει κάτι και απλά το μεταφέρει μέσα από ένα post, μια φωτογραφία ή ένα «απρόσωπο» μήνυμα. Δημιουργείται μια ψευδαίσθηση επαφής, άλλα όχι επαφή. Αυτό σχολιάζει η παράσταση: Το πόσο απαραίτητο είναι να καταφέρουμε να είμαστε πιο ουσιαστικοί και ειλικρινείς μεταξύ μας.
Εν τέλει, μέσα από το έργο, πώς μπορούμε να επικοινωνούμε καλύτερα μεταξύ μας, ποιο αδιέξοδο υπάρχει τελικά;
Το έργο αφήνει ανοιχτό στον θεατή αν οι χαρακτήρες βγαίνουν ή όχι από τα αδιέξοδά τους. Αδιέξοδα όπως η απομόνωση, η ανειλικρίνεια, το βόλεμα, το κοινωνικό status.. Πόσο πιο περιεκτικοί θα ήμασταν χωρίς την πολυτέλεια των λέξεων? Το έργο απογυμνώνει την έννοια της επικοινωνίας και οι χαρακτήρες αναγκάζονται να επικοινωνήσουν την αλήθεια τους με ένα μη λεκτικό και πιο αυθεντικό τρόπο. Σ ’αυτό το πλαίσιο αλλάζει η ποιότητα των σχέσεων και δημιουργείται «κοινή» συνείδηση, σε διαπροσωπικό αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο.

*Φωτογραφίες: Θανάσης Κριτσωτάκης



