Την «κόλαση» που έζησαν περιγράφουν, στη μήνυση τους προς την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Λάρισας, πέντε επιζήσαντες από το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΥΛΗΣ
Πρόκειται για νέους ανθρώπους, τρία αγόρια και δύο κορίτσια, που κατευθύνονταν από την Αθήνα στη Θεσσαλονίκη και κατάφεραν να απομακρυνθούν από τα συντρίμμια της σύγκρουσης με ελαφρά σωματικά τραύματα. Οι εικόνες της καταστροφής, όμως, έχουν χαραχθεί βαθιά στο μυαλό και τη ψυχή τους.
Οι μηνυτές ζητούν την κατά νόμο τιμωρία των υπευθύνων τόσο για τα αυτεπαγγέλτως διωκόμενα αδικήματα όσο και για τα αδικήματα σωματικών βλαβών που υπέστησαν και δηλώνουν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για την υποστήριξη της κατηγορίας. Στρέφονται κατά του εκτελούντος χρέη σταθμάρχη Λάρισας, το μοιραίο βράδυ, των ΔΣ των εταιριών ΕΡΓΟΣΕ, ΤΡΑΙΝΟΣΕ, HELLENIC TRAIN, οποιουδήποτε άλλου υπηρεσιακού παράγοντα του ΟΣΕ και γενικά κατά παντός υπευθύνου για το τραγικό δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
«Το τρένο άρχισε να τρίζει ολόκληρο σαν να είχε φύγει από τις γραμμές, και μέχρι να δω απέναντι τον φίλο μου και την κοπέλα… Χάος! Αρχίσαμε να πηγαίνουμε δεξιά και αριστερά, σε έναν χώρο περίπου 2Χ2, εγώ στριφογύριζα στον αέρα, χτυπούσα παντού, άκουγα εκρήξεις, κομμάτια από διάφορα υλικά, τζάμια, σίδερα, τα περισσότερα από αυτά καυτά, εκσφενδονίζονταν στον αέρα ανάμεσά μας. Μαυρίλα παντού και εστίες ισχυρής φωτιάς. Πανικός, το μόνο που σκεφτόμουν είναι πότε θα τελειώσει όλο αυτό, δεν ήμουν σίγουρος που ήμουν και αν πράγματι αυτό συνέβαινε και εγώ συμμετείχα. Με είχε καταλάβει ο τρόμος και άκουγα δυνατά την κάθε μου σκέψη! Δευτερόλεπτα πριν πω «πεθαίνω», σταμάτησαν όλα. Για δευτερόλεπτα ένα τεράστιο κενό … και μετά ξανά στην πραγματικότητα, ουρλιαχτά από παντού, κλάματα, φωτιές και φωνές να ζητάνε βοήθεια» περιγράφει, μεταξύ άλλων, ο πρώτος μηνυτής, ηλικίας 20 χρόνων. Υπέστη εκδορές στο σώμα και στο κεφάλι, στα άνω και κάτω άκρα ενώ παρακολουθείται από ψυχολόγο.
«Από κάτω υπήρχε μια μαύρη μάζα ανθρώπου»
«Σηκώθηκα από τα συντρίμμια και μόλις πήρα το σακίδιο στην πλάτη μου, είδα ότι από κάτω υπήρχε μια μαύρη μάζα ενός ανθρώπου , άμορφη που δε ξεχώριζες το φύλλο, τα έχασα και από τον πανικό μου χάνοντας την ισορροπία μου, επειδή δε φορούσα παπούτσια, παραπάτησα έπεσα στο ένα γόνατο και προσπαθώντας να στηριχτώ την ακούμπησα με το χέρι μου!
Έμεινα σαστισμένος, δε μπορούσα να κουνηθώ, ο φίλος μου με φώναζε να τον ακολουθήσω και εγώ εκεί ασάλευτος. Ξαφνικά σαν να με διαπέρασε ηλεκτρικό ρεύμα, άρχισα να σκαρφαλώνω σαν τρελός και να προσπαθώ να περάσω από ένα βαγόνι που δεν ξέρω αν ήταν η μηχανή ή το κουπέ της Α θέσης, «τρελαμένος» και όχι απλά πανικοβλημένος πατώντας πάνω σε άμορφες μάζες από ζεστά σίδερα, ανάμεσα σε καπνούς, γράσα και εστίες φωτιάς, έφτασα στο εμπορικό τρένο χωρίς να καταλάβω ότι ήταν αυτό με το οποίο συγκρουστήκαμε. Εκεί βοήθησα δύο κοπέλες και τον φίλο μου να ανέβουν στη πλατφόρμα του εμπορικού για να περάσουν απέναντι και να πάνε προς τον λόφο, αλλά όταν ήρθε η δική μου σειρά από το σοκ μου δε μπόρεσα να τα καταφέρω και χωρίς να αντιληφθώ τον μεγάλο κίνδυνο εκείνη τη στιγμή σύρθηκα και πέρασα από κάτω ακουμπώντας τις ράγες, μη σκεπτόμενος ότι θα μπορούσαν να έχουν ρεύμα, με ότι αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα!» αναφέρει ο δεύτερος μηνυτής, ηλικίας 26 χρόνων, ο οποίος υπέστη κατάγματα πλευρών, εκδορές στην ωμοπλάτη και στο πρόσωπο, τραυματισμό τυμπάνου. Κι αυτός παρακολουθείται από ψυχολόγο.
«Σκέφτηκα ότι δεν θα τα καταφέρω»
«Το μυαλό μου ήταν σε ένα απόλυτο σκοτάδι και έκανα πολλές μηχανικές κινήσεις. Οι φίλες μου, που ήταν κοντά, μου έχουν πει ότι κάποια στιγμή είχε παγώσει το βλέμμα μου και κινήθηκα σε αντίθετη κατεύθυνση από τον κόσμο, πηγαίνοντας προς τα χωράφια, ώσπου κάποιοι με έπιασαν από το μπράτσο και με γύρισαν, ενώ μου είπαν επίσης ότι περάσαμε διάφορα δύσκολα σημεία για να φτάσουμε στο λόφο. Εκεί σήκωσα το κεφάλι μου και όταν διαπίστωσα, ότι ο λόφος ήταν ψηλός και απότομος και πολύς κόσμος που προσπαθούσε να τον ανέβει γλιστρούσε και έπεφτε, όπως και εγώ, ένιωσα να με εγκαταλείπουν οι δυνάμεις μου και σκέφτηκα ότι δε θα τα καταφέρω και θα πεθάνω, για αυτό και ξαφνικά παραδόθηκα…, σταμάτησα κάθε προσπάθεια και κοιτούσα αποσβολωμένη τον κόσμο. Όμως οι φίλες μου ήταν εκεί για μένα, με φώναζαν δυνατά και με παρότρυναν έντονα να μην εγκαταλείψω, να προσπαθήσω ξανά, και έτσι ξυπνώντας από τον «λήθαργο» της «απόγνωσης» και του «πανικού», με τις τελευταίες δυνάμεις μου, γάντζωσα τα νύχια μου στα χόρτα και έρποντας σκαρφάλωσα και κατάφερα να βγω στο δρόμο και να αγκαλιαστούμε όλες μας ζωντανές!» σημειώνει, μεταξύ άλλων, η τρίτη μηνύτρια η οποία τραυματίστηκε και νοσηλεύτηκε για τρεις μέρες στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ.
Θυμός για τους υπαίτιους, τύψεις για τα θύματα
«Προσωπικά, κυρίως με βασανίζουν οι τύψεις. Τύψεις γιατί έφυγα και δεν κατάλαβα τι έγινε, δεν κατάλαβα ότι κόσμος πέθαινε και καιγόταν, γιατί δεν βοήθησα όταν άκουσα «βοήθεια», γιατί δεν φρόντισα κάποιους που είδα ξαπλωμένους και δεν τους έδωσα από το νερό που είχα μαζί μου, γιατί δεν σκέπασα κάποιον με το μπουφάν μου, τύψεις, γιατί σώθηκα-ζω! Έχω όμως και τεράστιο θυμό προς οποιονδήποτε υπεύθυνο, διευθυντές, διοικητές, υπουργούς. Ποιος είναι αυτός που μπορεί να παίζει με την ασφάλεια ανθρώπων; Ποιος μπορεί, έτσι απλά, να θέτει ανθρώπινες ζωές σε κίνδυνο; Ποιος είναι αυτός που μπορεί να «παίρνει» ζωές άλλων χωρίς να λογοδοτεί; Οι πράξεις και οι παραλείψεις όλων αυτών καθόρισαν το αν θα κοιμάμαι με χάπια, αν θα μπορώ ν’ αποδώσω στη δουλειά μου καθημερινά ή αν θα φοβάμαι να πάω οπουδήποτε με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο;» αναφέρει, μεταξύ άλλων η τέταρτη μηνύτρια.
«Γύρισε πίσω με έναν βλέμμα κενό»
«Εγώ ενώ ήθελα να πάω να βοηθήσω, αλλά είχα χτυπήσει το γόνατό μου και λόγω της χρόνιας ασθένειάς μου- είμαι αιμορροφιλικός- φοβήθηκα και έτσι έφυγα προς το δρόμο, κάτι για το οποίο νιώθω κάθε μέρα ενοχές!!
Το διάστημα που μεσολάβησε από την έξοδό μου από το βαγόνι μέχρι να φτάσω στο δρόμο που μετά έφτασαν τα λεωφορεία, μπορεί να ήταν 5 λεπτά, όμως εμένα μου φάνηκε ατελείωτο. Όταν έφτασα εκεί δεν επιβιβάστηκα διότι αγωνιούσα για το παιδί που κατεβήκαμε μαζί από το βαγόνι και είχε πάει μπροστά. Όταν επέστρεψε ήταν σοκαρισμένος. Μου περιέγραψε μια κόλαση. Τα 2 -3 μπροστινά βαγόνια ήταν μια άμορφη μάζα, είχαν πάρει φωτιά, ενώ το μπροστινό βαγόνι ήταν διαλυμένο «σαν αεροπλάνο που είχα συντριβεί» , μου είπε . Είδε βαγόνια τα μισά να κρέμονται στον αέρα λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους, και μέσα ήταν σίγουρα εγκλωβισμένοι άνθρωποι, αφού άκουγε τις κραυγές του πόνου, της απόγνωσής τους και της δραματικής έκκλησης τους για βοήθεια, ενώ έξω υπήρχαν βαριά τραυματισμένοι, οι οποίοι προφανώς είχαν εκσφενδονιστεί από τα σπασμένα παράθυρα. Γύρισε πίσω ωχρός, μέσα στις λάσπες, καπνισμένος, και με ένα βλέμμα κενό, που δεν είχε καμία σχέση με το δυναμικό βλέμμα που είχε όταν βοηθούσε τον κόσμο να βγει από το βαγόνι μας. Επαναλάμβανε διαρκώς ότι δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να βοηθήσει αυτούς που ήταν μπροστά…» σημειώνει, μεταξύ άλλων, ο πέμπτος μηνυτής.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA


