Πήγα για παπούτσια, γύρισα άλλος άνθρωπος, κυρίως επειδή εγκλωβίστηκα δύο
ώρες κάτω από τη γη μαζί με μισά Βαλκάνια και όλα τα ΙΧ της πόλης
Υπάρχουν μέρες που η Θεσσαλονίκη σε αφήνει στην ησυχία σου κι άλλες που σου θυμίζει ότι ζεις σε μια πόλη όπου τα αυτοκίνητα έχουν αποκτήσει πολιτικά δικαιώματα και οι οδηγοί απλώς τα συνοδεύουν.
Η Black Friday ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Στη μαύρη. Στη πολύ μαύρη. Στη «μαύρη τρύπα» που κα-
ταπίνει λογική, ηρεμία και προσδοκίες. Και, φυσικά, ήταν η μέρα που αποφάσισα να πάω κεντρο-δυτικά
για να αγοράσω… παπούτσια.
Όχι εικονική πραγματικότητα, όχι drone, όχι τηλεόραση 80 ιντσών. Παπούτσια. Ένα ζευγάρι.
Γιατί έτσι λειτουργεί ο ανθρώπινος εγκέφαλος: έχει τη ροπή να υποτιμά τον κίνδυνο.
Βέβαια η πόλη ήδη βρισκόταν σε mode «Survivor Οδικής Συμπεριφοράς», από τότε που έκλεισε το Με
τρό μέχρι νεωτέρας για να ολοκληρωθεί η επέκταση στην Καλαμαριά. Από εκείνη την ημέρα, το κέντρο
μοιάζει με escape room χωρίς έξοδο κινδύνου. Απλώς μπήκες – δεν ξέρεις αν θα βγεις. Ή πότε. Ή ποιος
ήσουν πριν.
Και στην καρδιά αυτού του μικρού αστικού πειράματος βασανιστηρίου, εγώ. Να κατευθύνομαι προς
ένα εμπορικό κέντρο που εκείνη τη μέρα έμοιαζε να λειτουργεί ως άτυπη Βαλκανική Σύνοδος Κορυφής.
Ένας ατελείωτος παλμός από αυτοκίνητα, τρομπούνια, κορναρίσματα και διάλεκτοι που ούτε στη Eurovision
δεν ακούς πλέον.
Κατεβαίνω στο υπόγειο πάρκινγκ. Ή μάλλον: επιχειρώ να κατέβω.
Σκηνή πρώτη: χάος.
Σκηνή δεύτερη: πανικός.
Σκηνή τρίτη: συνειδητοποίηση ότι τα παπούτσια ίσως δεν τα χρειάζομαι τελικά, εγώ χρειάζομαι εξομολόγηση.
Για να βρω θέση, μια ώρα. Ολόκληρη. Για να βγω, άλλη μία.
Ενδιάμεσα είδα περισσότερα βλέμματα απελπισίας απ’ ό,τι βλέπεις σε τελικό Πανελληνίων. Ένας οδηγός
είχε ανάψει φως στην καμπίνα του, είχε κατεβάσει θερμός και το είχε πάρει φιλοσοφικά. Δίπλα μου, Ρου-
μάνος οδηγός έκανε όπισθεν με άνεση ανθρώπου που έχει ξαναζήσει αυτή τη μετεμψύχωση.
Εγώ; Είχα πια φτάσει στο υπαρξιακό στάδιο όπου λες: «Αν ο Ντοστογιέφσκι ζούσε εδώ, το “Έγκλημα και
Τιμωρία” θα ήταν απλώς “Πάρκινγκ και Λύτρωση.”»
Κάπου ανάμεσα στο τρίτο φλας για αλλαγή λωρίδας και στο πέμπτο «μα πού πάει αυτός», κατάλαβα επιτέλους τι σημαίνει Θεσσαλονίκη: μια πόλη όπου τα αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν, αλλά συνωστίζονται, όπως οι χαρακτήρες σε πίνακα του Ιερώνυμου Μπος αλλά με air condition.
Όσο κι αν την αγαπάμε, ας το πούμε καθαρά: Εδώ δεν έχουμε απλώς κυκλοφοριακό πρόβλημα αλλά υπαρξιακή συμφόρηση. Μια πολεοδομία που λειτουργεί σαν παλιός υπολογιστής: πολλά ανοικτά παράθυρα, μηδέν μνήμη RAM, και κάθε προσπάθεια για «νέο έργο» δημιουργεί έναν δωρικό ήχο «χρατς» και μια μπλε οθόνη. Και μέσα σε όλα αυτά, εγώ ψάχνω παπούτσια. Αυτή είναι η τραγωδία. Η δική μου. Η δική σου. Η δική μας.
Αν κάτι μαθαίνεις από τη Black Friday, τα κλειστά μετρό και τα υπόγεια πάρκινγκ της πόλης, είναι ότι
η Θεσσαλονίκη λειτουργεί με έναν απλό κανόνα: ό,τι κινείται, αργά ή γρήγορα σταματά. Αντίθετα, ό,τι στα-
ματά, μένει για πάντα.
Αυτή η πόλη δεν ζητά να την καταλάβεις. Ζητά να την υποστείς. Κι όταν τη συνηθίσεις, δεν ξέρεις αν
αυτό λέγεται προσαρμογή ή Στοκχόλμη με θέα Θερμαϊκό. Αλλά, μεταξύ μας; Αν δεν είχε αυτό το χάος,
δεν θα ’χαμε και τίποτα να διηγούμαστε.
Και τότε πραγματικά θα είχαμε πρόβλημα.





